Ο Δημήτρης Βεργίνης μίλησε αποκλειστικά στο Mpaladofatses.gr και στον Θανάση Σχοινά σε μια εκ βαθέων συζήτηση για την σπουδαία καριέρα του στο χώρο του ελληνικού μπάσκετ, ανασύροντας μνήμες και στιγμές που τον σημάδεψαν, αποκαλύπτοντας παράλληλα τις σκέψεις του για το επόμενο του βήμα μετά τη λήξη της καριέρας του.
Ο Δημήτρης Βεργίνης είναι ένας αθλητής, που απολαμβάνει την εκτίμηση και τον σεβασμό όλου του μπασκετικού κόσμου στην Ελλάδα. Όχι μόνο για τις μπασκετικές του αρετές, αλλά κυρίως για το απαράμμιλο ήθος του και την ακέραιη προσωπικότητα του. Αυτά είναι τα στοιχεία, άλλωστε, που έκαναν τους προπονητές του να τον χρίζουν αρχηγό στις ομάδες που αγωνίστηκε και τους συμπαίκτες του να τον αποδέχονται ως τον ηγέτη που θα τους οδηγήσει στην επίτευξη του στόχου τους.
Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Βεργίνης δεν μιλά σαν ένας παίκτης που απλώς θυμάται το παρελθόν. Μιλά σαν ένας άνθρωπος που έζησε κάθε εποχή του ελληνικού μπάσκετ από μέσα. Την εποχή των μεγάλων αποδυτηρίων του Παναθηναϊκού, τις σκληρές μέρες των τραυματισμών, τη μοναξιά της αποκατάστασης, τη συγκίνηση του γεμάτου «Παλέ», τις μάχες στις μικρότερες κατηγορίες, αλλά και τη βαθιά ανάγκη να παραμείνει όρθιος όταν όλα έμοιαζαν να καταρρέουν.
Υπάρχουν στιγμές στη συζήτηση που μοιάζουν σχεδόν κινηματογραφικές: ο νεαρός αρχηγός του ΠΑΟΚ που παίζει χωρίς φόβο, ο αθλητής που βλέπει το όνειρό του να “κόβεται” από έναν χιαστό τη στιγμή που ένιωθε έτοιμος να απογειωθεί, ο βετεράνος πλέον παίκτης που επιστρέφει στον Πανιώνιο όχι για τα χρήματα ή τη δόξα, αλλά για να ξανασηκώσει μια ιστορική ομάδα εκεί όπου πιστεύει ότι ανήκει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο δυνατό στοιχείο αυτής της κουβέντας: η ειλικρίνεια. Ο Δημήτρης Βεργίνης δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τίποτα. Μιλά για τις χαμένες ευκαιρίες, για την ψυχολογική φθορά, για την πίεση, για τα λάθη του ελληνικού μπάσκετ, αλλά και για την αγάπη που τον κρατά ακόμη μέσα στο γήπεδο στα 39 του χρόνια. Μια αγάπη τόσο βαθιά, που όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ακόμη θυμάται σαν χθες την πρώτη φορά που έπιασε μια μπάλα μπάσκετ στα χέρια του.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το μπάσκετ;
«Όταν ήμουν 6 ετών, το 1993 δηλαδή, που πήγα στην ακαδημία του Θόδωρου Ροδόπουλου, μεγάλου δάσκαλου του μπάσκετ της Θεσσαλονίκης και της Ελλάδας, που έχει την ακαδημία «Αστέρια» και ξεκίνησα εκεί. Ήταν και ο αδερφός μου στην ομάδα, οπότε γι’αυτό πήγα και εγώ σε αυτή την ακαδημία στην οποία έμεινα μέχρι τα 17 μου, πριν πάω μια χρονιά στο «Ανατόλια», σε μια πιο μεγάλη κατηγορία για να τελειώσω ουσιαστικά τα μαθητικά μου χρόνια και να μεταπηδήσω στην Α1, στον ΠΑΟΚ.
Εκεί ουσιαστικά όλη αυτή την περίοδο έμαθα όλα τα βασικά του μπάσκετ και ήταν η καλύτερη ομάδα – ακαδημία που θα μπορούσε να είναι μέλος της ένα παιδί. Είχε τρομερούς προπονητές, τον Δημήτρη τον Νικολαΐδη, ο οποίος και αυτός είναι ένας «θρύλος» της Θεσσαλονίκης στις ατομικές προπονήσεις και στην ατομική κατάρτιση και ήμουν πολύ τυχερός που ήμουν όλα τα χρόνια εκεί, γιατί έμαθα και έκανα τα πρώτα βήματα μου στο μπάσκετ και τους οφείλω πάρα πολλά. Όπως σου είπα ήμουν μέχρι τα 17 και μια χρονιά πήγα στο «Ανατόλια», να τελειώσω τις σπουδές μου, να περάσω στο πανεπιστήμιο και μετά να πάω στον ΠΑΟΚ στα 18 μου».
Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να συνδυάσεις σπουδές και αθλητισμό στο υψηλό επίπεδο;
«Δεν είναι εύκολο. Εγώ, ήδη, είχα πρόταση από πολλές ομάδες της Α1 στα 17 μου, στην Γ’ Λυκείου και αποφάσισα να πάω μια χρονιά σε μια ομάδα πιο μεγάλης κατηγορίας, έτσι ώστε να έχω περισσότερα παιχνίδια σε πιο ανταγωνιστικό επίπεδο, να τελειώσω το σχολείο κανονικά, γιατί μου το έλεγαν οι γονείς μου, αλλά το ήξερα και από μόνος μου ότι πρέπει να περάσω σε ένα πανεπιστήμιο. Είναι σημαντικό αυτό. Και τότε ήταν και τώρα είναι. Θεωρώ τα νέα παιδιά αυτό πρέπει να το κάνουν, γιατί δεν ξέρεις πως θα εξελιχθεί το μπάσκετ αργότερα στη ζωή σου. Οπότε τελείωσα, πέρασα σε μια σχολή στη Θεσσαλονίκη και μετά την επόμενη χρονιά μπήκα κατευθείαν στο επαγγελματικό πρωτάθλημα, με πρώτη μου ομάδα τον ΠΑΟΚ. Δεν είναι εύκολο να συνδυάσεις και τα δύο αλλά νομίζω ότι όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και τρόπος.»

Πώς ήταν η μετάβαση αυτή;
«Ήταν τεράστια μετάβαση. Στα 18 μου, από εκεί που έπαιζα σε τοπικά πρωταθλήματα στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκα να είμαι στην Α1 και να προπονούμαι με παίκτες που βρίσκονταν χρόνια στην Α1, είτε ξένους είτε Έλληνες, με πρώτο μου προπονητή τον Μπάνε Πρέλεβιτς, όταν πήγα στον ΠΑΟΚ. Εκεί είδα τι διαφορά υπάρχει για ένα παιδί που ξεκινάει τα επαγγελματικά του βήματα συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια που ήμουν σε ομάδες τοπικών πρωταθλημάτων. Προσαρμόστηκα αρκετά εύκολα, και το κλίμα με βοήθησε και στον ΠΑΟΚ έκατσα μια τριετία, που την τελευταία μου χρονιά έγινα αρχηγός της ομάδας. Έγινα ο νεότερος αρχηγός στην ιστορία του ΠΑΟΚ, ήταν μια πολύ ωραία τριετία για εμένα. »
Ένιωσες, άρα, ότι πήρε τις ευκαιρίες που ήθελες; Έδειξαν εμπιστοσύνη σε ένα νέο παιδί τότε;
«Η αλήθεια είναι ότι ήμουν τρία χρόνια στον ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ τότε άλλαξε πολλούς προπονητές μέσα σε αυτή την τριετία. Πάνω από 10 σίγουρα, μπορεί και παραπάνω. Την ευκαιρία ουσιαστικά μου την έδωσε την τρίτη μου χρονιά ένας ξένος προπονητής, ο Τάμπ Μπάλντουιν με βοηθό του τον Ερντέμ Τσαν, που έχει προπονήσει την Αναντολού Εφές στην Ευρωλίγκα. Αυτοί οι δύο μου έδωσαν την ευκαιρία και τον χρόνο, την τρίτη μου χρόνια στον ΠΑΟΚ, τη σεζόν 2007/08. Με πιστέψανε από την αρχή. Έκανα μια γεμάτη χρονιά, από τις καλύτερες της καριέρας μου, η οποία μου έδωσε την ευκαιρία να πάω στον Παναθηναϊκό μετά».
Πως βίωσες την ευθύνη να είσαι σε τόσο νεαρή ηλικία αρχηγός στον ΠΑΟΚ, που είναι μια μεγάλη ομάδα με απαιτητικό κόσμο;
«Όταν είσαι μικρός έχεις μεγαλύτερη άγνοια κινδύνου και πραγματικά εγώ εκείνη τη χρονιά δεν καταλάβαινα τίποτα. Με όποιον και να έπαιζα αντίπαλος είχα τόσο μεγάλη δύναμη και σαν αρχηγός του ΠΑΟΚ και σαν νέο παιδί, είχα την τεράστια όρεξη και με βοήθησε και η ομάδα του ΠΑΟΚ τότε και αυτοί οι δύο προπονητές συγκεκριμένα και αποτυπωνόταν και στο γήπεδο».

Πώς προέκυψε η πρόταση του Παναθηναϊκού; Είχες κάποια άλλη πρόταση είτε από τον Ολυμπιακό είτε από κάποια ομάδα της Ευρώπης εκείνη την περίοδο;
«Όταν τελείωσα αυτή την πολύ καλή σεζόν με τον ΠΑΟΚ, ο Παναθηναϊκός ήρθε προς το τέλος του καλοκαιριού, όχι τόσο νωρίς. Η αλήθεια είναι πως μιλούσα με αρκετές ομάδες. Είχα μιλήσει με δύο ομάδες τότε, με την Αρμάνι Μιλάνο και με την Ταου Κεράμικα(σ.σ σημερινή Μπασκόνια). Πέρα από αυτές είχα μιλήσει και με αρκετές ομάδες της Ελλάδας, αλλά τελικά ήρθε η πρόταση του Παναθηναϊκού.
Ήταν δύσκολο να πεις όχι σε έναν τέτοιο Παναθηναϊκό με αυτούς τους προπονητές, αυτούς τους παίκτες που υπήρχαν εκεί. Η αλήθεια είναι ότι εγώ ήθελα, επειδή είχα δεθεί και με την ομάδα, να μείνω άλλη μια χρονιά στον ΠΑΟΚ, να κάνω άλλη μια γεμάτη χρονιά, να πατήσω γερά στα πόδια μου και μετά να πάω στον Παναθηναϊκό. Είχα σκεφτεί λογικά θα έλεγα. Αυτό εν τέλει δεν έγινε και πήγα κατευθείαν στον Παναθηναϊκό.
Ήξερα πως εκεί δεν θα έχω τόσο πολύ χρόνο συμμετοχής, για αυτό είχα σκεφτεί λογικά θεωρώ τότε, αλλά σίγουρα και μέσα από αυτή τη διετία που έμεινα στον Παναθηναϊκό έμαθα πάρα πολλά πράγματα, απέκτησα πολλές εμπειρίες, κατέκτησα τρόπαια και σίγουρα εκεί έμαθα το πως είναι να λειτουργείς ως επαγγελματίας αθλητής. Εκεί μπήκα σε ένα τελείως διαφορετικό επαγγελματικό επίπεδο, που ήμουν με τους καλύτερους της Ευρώπης και ίσως την πληρέστερη ομάδα του Παναθηναϊκού τα τελευταία χρόνια, οπότε έμαθα πως να λειτουργώ ως επαγγελματίας.»

Πώς ήταν η συνύπαρξη σου με τον coach Ομπράντοβιτς και τι προσέγγιση είχε σε ένα νέο παιδί που δεν ήταν σταρ όπως οι υπόλοιποι;
«Είχαμε πολύ καλή συνεργασία, με βοήθησε πολύ. Σίγουρα όταν η ομάδα ήταν γεμάτη και οι στόχοι του Παναθηναϊκού ήταν οι ίδιοι με σήμερα, να κερδίσει τα πάντα( Πρωτάθλημα, Κύπελλο, Ευρωλίγκα) δεν υπήρχε πολύς χρόνος, όσο θέληση και να υπήρχε, ώστε να χρησιμοποιήσει ένα νέο παιδί σε μια τόσο απαιτητική ομάδα και χρονιά. Ενώ ήταν όλα τέλεια, αυτό που έλειπε σε μένα ήταν ο χρόνος συμμετοχής.
Ήθελα λίγο παραπάνω χρόνο συμμετοχής, ώστε να δω κι εγώ το τι μπορώ να κάνω, αν μπορώ να σταθώ σε αυτό το επίπεδο. Αυτό μου έλειψε από τη θητεία μου στον Παναθηναϊκό ,που το καταλαβαίνω σε μεγάλο ποσοστό, αλλά επειδή είχα κι άλλα χρόνια συμβόλαιο και ήθελα να παίξω και ένα νέο παιδί πρέπει να παίζει ,θεωρώ, πήρα την απόφαση να αποχωρήσω από τον Παναθηναϊκό και να συνεχίσω την καριέρα μου στον Άρη».
Σε εκείνη τη διετία έπαιξες στα οικογενειακά διπλά αντίπαλος με τα κορυφαία γκάρντ της Ευρώπης. Τι πήρες από αυτούς, μέσα από την καθημερινή σας τριβή;
«Καθημερινά έπαιρνα πράγματα. Όταν μαρκάρεις, όταν σε μαρκάρουν αυτοί οι παίκτες, βλέπεις πως κινούνται, τι κάνουν σωστό, οπότε εσύ πρέπει όλα αυτά να τα φιλτράρεις και να βλέπεις ποιο είναι καλό για να το βάλεις στο δικό σου παιχνίδι. Δεν σου κρύβω ότι μετά τη διετία μου στον Παναθηναϊκό με αυτούς τους συμπαίκτες και αυτούς τους προπονητές, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ τα επόμενα χρόνια να προσαρμοστώ σε άλλες ομάδες. Παρόλο που μπορεί να μην είχα πολλά παιχνίδια, ακόμα και στην προπόνηση ο τρόπος που έπαιζα ήταν τελείως διαφορετικός από τις υπόλοιπες ομάδες που ήμουν τα επόμενα δύο – τρία χρόνια».

Έχεις κάποια ιστορία που να δείχνει την νοοτροπία αυτής της ομάδας;
«Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη ιστορία. Ο Coach Ομπράντοβιτς και ο coach Ιτούδης δεν άφηναν τίποτα να πέσει κάτω, ήταν πάρα πολύ της λεπτομέρειας και όπως σου είπα και πριν ήταν τελείως επαγγελματικά τα πράγματα. Έπρεπε να ήσουν εκεί πέρα όχι 100% σε κάθε προπόνηση, 110% και όχι σωματικά μόνο, αλλά και εγκεφαλικά. Ήταν πάρα πολλές οι υποχρεώσεις, είχαμε διπλά παιχνίδια, έπρεπε να ξέρεις τα συστήματα των άλλων, υπήρχε πολύ πνευματική προπόνηση, εκτός από την σωματική.
Εκεί η κάθε μέρα ήταν μια μέρα για να μάθεις κάτι, για να εξελιχθείς μπασκετικά, ειδικά για ένα νέο παιδί. Έβλεπες πως δουλεύουν αυτοί οι σπουδαίοι παίκτες στην προπόνηση κυρίως, γιατί για να είσαι καλός στο παιχνίδι πρέπει να έχεις αφιερώσει ώρες στην προπόνηση στο γηπέδου. Οπότε το σημαντικό ήταν η προσέγγιση που είχαν αυτοί οι παίκτες και οι προπονητές στο άθλημα. Αυτό πρέπει να κρατήσεις».
Στη συνέχεια πώς προέκυψε η επιλογή του Άρη;
«Ήμουν δύο χρόνια στον Παναθηναϊκό, δεν είχα πάρει τις ευκαιρίες που θα ήθελα εγώ προσωπικά όσο κι αν ο συγχωρεμένος ο Θανάσης ο Γιαννακόπουλος μου έλεγε να κάνω υπομονή, να κάνω υπομονή και να μείνω. Είχαμε μια πολύ καλή και γλυκιά σχέση. Πήρα την απόφαση να φύγω από τον Παναθηναϊκό την τρίτη μου χρονιά, στη μέση της προετοιμασίας. Είχα αρκετές προτάσεις τότε να φύγω από τον Παναθηναϊκό και να πάω κάπου αλλού, διάλεξα τον Άρη, διότι ήθελα να κάνω μια γεμάτη χρονιά με δύο χρόνια εμπειρίας, προπονήσεων και όλων αυτών που έμαθα στον Παναθηναϊκό. Πήρα την απόφαση να φύγω να πάω στον Άρη, που είναι μια πολύ μεγάλη ομάδα, που τότε έψαχνε ένα συγκεκριμένο παίκτη σαν κι εμένα, ώστε να κάνω μια γεμάτη χρονιά και μετά να ανοίξω τα φτερά μου και να πάω σε μια ομάδα επιπέδου EuroLeague.
Εκεί δυστυχώς όμως, ενώ ένιωθα πάρα πολύ έτοιμος και σωματικά και πνευματικά ώστε να πάω στον Άρη και να κάνω μια τρομερή χρονιά και το ήθελα πολύ αυτό, στο πρώτο παιχνίδι υπήρξε μια ατυχία για εμένα, έπαθα ρήξη χιαστού που μου στέρησε ολόκληρη εκείνη τη χρονιά. Δεν ήταν τόσο ο τραυματισμός όσο το timing του τραυματισμού, διότι ενώ είσαι «καβάλα στ’ άλογο» και έρχεσαι σε μια ομάδα προπονημένος, έτοιμος, με χρόνο συμμετοχής, για να κάνεις μια χρονιά όπως τη θέλεις, έρχεται εκεί η άτυχη στιγμή και σε κρατάει μακριά από όλο αυτό το όνειρο που έχεις στο μυαλό σου. Αυτό δεν μπορείς να το προβλέψεις. Ήταν μια πολύ άτυχη και δύσκολη στιγμή για εμένα την οποία την ξεπέρασα αλλά σίγουρα ήταν κομβικό το σημείο που έγινε ο τραυματισμός».

Πως διαχειρίστηκες εκείνη τη στιγμή ψυχολογικά αυτό τον τραυματισμό;
«Ήταν πολύ δύσκολο. Και ο τραυματισμός ως τραυματισμός είναι πολύ δύσκολος, δεν το συζητώ, από τους πιο επίπονους που μπορεί να πάθει ένας αθλητής, αλλά σίγουρα και το πνευματικό κομμάτι ήταν πολύ δύσκολο για εμένα. Υπήρχε στενοχώρια, υπήρχε θλίψη. Σίγουρα με βοήθησε η οικογένεια μου, που ήταν δίπλα μου εκείνη τη στιγμή, αλλά πάλεψα με τον εαυτό μου και έβαλα ως στόχο καθημερινά να μην χάσω ούτε μέρα αποκατάστασης με γιατρούς, φυσικοθεραπευτές, κολυμβητήρια, ώστε να επανέλθω όσο το δυνατόν πιο καλά γινόταν από αυτό τον σοβαρό τραυματισμό. Ήθελε μεγάλη ψυχική δύναμη, γιατί ήμουν και ένα νέο παιδί(22-23 ετών) και ουσιαστικά όταν έγινε μου κόπηκαν τα φτερά. Οπότε ήθελε μεγάλη ψυχική δύναμη για να το παλέψεις και να μπεις ξανά στο γήπεδο έτοιμος. Όσο έτοιμος μπορεί να είσαι βέβαια, γιατί μετά από έναν τέτοιο τραυματισμό θες κάποιο χρόνο προσαρμογής την επόμενη χρονιά για να πατήσεις καλά, γιατί ουσιαστικά είσαι ένα χρόνο εκτός».
Ποια σκέψη σου έδινε κίνητρο κάθε μέρα να το παλέψεις και να μην τα παρατήσεις;
«Ήμουν νέο παιδί με όνειρα. Αυτό που είχα βάλει ως στόχο ήταν να επανέλθω έστω στο τέλος της χρονιάς στα playoffs, να είμαι στη δωδεκάδα τότε και αν χρειαστεί να παίξω. Τουλάχιστον αυτό το κατάφερα. Τους τελευταίους 2-3 μήνες ήμουν και στην ομάδα, έκανα προπονήσεις, οπότε τον στόχο μου τον πέτυχα ώστε την επόμενη χρονιά να είμαι κανονικά στην προετοιμασία και ενεργό μέλος της ομάδας».
Πως βίωσες τη χρονιά σου στον Άρη και την ατμόσφαιρα στο «Παλέ»; Ένιωθες την αύρα του Νίκου Γκάλη;
«Ο Άρης είναι μια από τις πιο ιστορικές ομάδες της Ελλάδας, δεν το συζητώ, έμεινα συνολικά τέσσερα χρόνια εκεί. Είναι μια τεράστια ομάδα. Με τον Νίκο Γκάλη έβαλε το μπάσκετ στα σπίτια όλων των Ελλήνων τότε, ήταν και μια ομάδα από την πόλη μου και σίγουρα ήταν τιμή που ήμουν αυτά τα χρόνια στον Άρη όπως και στον ΠΑΟΚ αντίστοιχα. Είχα την τύχη να παίξω στις δύο μεγαλύτερες ομάδες της πόλης μου και όλοι ξέρουμε τι σήμαιναν παλιά τα παιχνίδια Άρης – ΠΑΟΚ. Παρά την κακή στιγμή με τον τραυματισμό μου, κρατάω όλες τις καλές στιγμές».
Στον Άρη είχες συμπαίκτη σε νεαρή ηλικία και τον Σλούκα και τον Σάσα Βεζένκοφ. Περίμενες αυτή την εξέλιξη και των δύο;
«Η αλήθεια είναι ότι ο Σλούκας ήρθε από τον Ολυμπιακό στον Άρη τη χρονιά που τραυματίστηκα, οπότε ήμασταν για λίγο συμπαίκτες. Σίγουρα ήταν ένα παιδί το οποίο δούλευε πολύ, αυτό φαινόταν, είχε work ethic. Από εκείνη τη χρονιά πήρε έναν έναυσμα έτσι ώστε να ξεδιπλώσει το ταλέντο του και να προχωρήσει μετά παραπάνω. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να φτάσει τόσο ψηλά, αλλά με τη δουλειά που έκανε και την προσήλωση που είχε στο μπάσκετ τα κατάφερε και του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια.
Όπως και του Βεζένκοβ με τον οποίο έχουμε εξαίρετη σχέση, είχα και τον πατέρα του προπονητή, όταν ήμουν στην Λουκόιλ. Ο Σάσα, όταν ήμουν στον Άρη, ήταν μικρός. Πριν έρθει καν στην ομάδα μου έλεγαν για ένα παίκτη από τη Βουλγαρία νέο, ταλαντούχο. Μετά ήρθε στην ομάδα και έκανε προπονήσεις μαζί μας. Από εκεί φαινόταν η μπασκετική του ικανότητα και το μπασκετικό του θράσος και φαινόταν ότι θα κάνει μια μεγάλη καριέρα όπως κάνει ήδη. Είναι ένας εξαίρετος χαρακτήρας».

Μια και ανέφερες τη Λουκόιλ, στο εξωτερικό έπαιξες στη Βουλγαρία και στην Ισπανία με τη φανέλα της Μπιλμπάο; Πως ήταν αυτές οι δύο εμπειρίες και πως διαφέρουν μεταξύ τους;
«Στη Βουλγαρία πήγα επειδή είχα μια καλή πρόταση και η ομάδα έπαιζε στο EuroCup. Το να παίξω στην Ευρώπη ήταν ένα μεγάλο κίνητρο. Ήταν η πιο καλή ομάδα της Βουλγαρίας. Το Βουλγάρικο πρωτάθλημα είναι υποδεέστερο από τα υπόλοιπα. Μόνο 2-3 ομάδες ήταν καλές και έπαιζαν στην Ευρώπη. Ήταν μια όμορφη και ήσυχη χρονιά για εμένα. Ήταν η πρώτη μου φορά στο εξωτερικό, άσχετα αν ήταν δίπλα στην πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη. Ήταν εύκολο να προσαρμοστώ, γιατί είχα και τον μπαμπά του Σάσα ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ και έκανε εύκολα τα πράγματα για εμένα. Ήταν μια όμορφη χρονιά.
Όσων αφορά το Μπιλμπάο είχα πάει στην αρχή της προετοιμασίας. Με κάλεσε ο coach Κατσικάρης μαζί με Βασιλειάδη, Ζήση. Έμεινα στην προετοιμασία, ήμουν πολύ κοντά στο να μείνω στην ομάδα, όμως κάποια οικονομικά προβλήματα που υπήρχαν στην ομάδα δεν μου άφησαν το περιθώριο να μείνω εκεί, όσο κι αν το ήθελα πολύ γιατί είχα κάνει μια πολύ καλή προετοιμασία και θα έμπαινα σε μια νέα αγορά και σε ένα καινούριο πρωτάθλημα. Δυστυχώς τα οικονομικά προβλήματα που είχε η ομάδα με ανάγκασαν να γυρίσω πίσω στον Άρη και στην Ελλάδα».

Μετά από αυτή την ατυχή συγκυρία στο Μπιλμπάο είχες κάποια άλλη πρόταση για να αγωνιστείς στο κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης;
«Ήθελα πολύ να μείνω στο Μπιλμπάο. Ήταν μια πολύ καλή κατάσταση, είχα πολύ καλή παρέα, μια ελληνική παροικία που με βοήθησε πάρα πολύ. Με βοήθησε εκείνους του μήνες που έμεινα να εξελιχθώ και ως παίκτης. Έπαιξα σε κάποια φιλικά και ήταν αρκετά διαφορετικό μπάσκετ από το δικό μας, πιο γρήγορο. Ο Coach Κατσικάρης ήξερε το ισπανικό πρωτάθλημα, μπορούσε να μου δώσει αρκετά και είχα προσαρμοστεί αρκετά γρήγορα η αλήθεια είναι στα νέα δεδομένα.
Ήθελα πολύ να μείνω και να αρπάξω την ευκαιρία και να παίξω στο καλύτερο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Θα άνοιγα έτσι μια νέα αγορά και μπορεί να έπαιζα πολλά χρόνια στην Ισπανία έπειτα. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα γίνει. Βέβαια, αν δεν γύριζα πίσω στην Ελλάδα εκείνη τη χρονιά δε θα γνώριζα τη γυναίκα μου ούτε θα είχα αυτή την όμορφη οικογένεια που έχω οπότε όλα γίνονται για κάποιο λόγο».

Στη συνέχεια πήγες στον Απόλλωνα Πάτρας, μια ομάδα που δεν βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στην Stoiximan GBL. Πώς ήταν η εμπειρία σου τότε;
«Ο Απόλλων Πάτρας είναι μια ιστορική ομάδα, από τις καλύτερες επαρχιακές ομάδες τα τελευταία χρόνια. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία, ήμουν δύο χρόνια στον Απόλλωνα. Τη δεύτερη χρονιά έγινα και αρχηγός της ομάδας, διαδεχόμενος τον Νίκο τον Αργυρόπουλο, μεγάλο αρχηγό της Πάτρας. Ήταν όμορφη εμπειρία και η ομάδα είχε πάει καλά ειδικά την πρώτη μου χρονιά οπότε ήταν δύο όμορφα χρόνια στον Απόλλωνα».
Έπειτα συνέχισες την καριέρα σου στο Λαύριο. Πώς προέκυψε αυτή η μετακίνηση;
«Το Λαύριο ήταν μια ομάδα, ουσιαστικά, που ήταν νέα στην Α1, είχα μάθει ότι υπάρχει μια υγιή κατάσταση εκεί και βρήκα πάρα πολύ καλές συνθήκες. Οι άνθρωποι του Λαυρίου, ο coach Σερέλης και όλοι όσοι τον πλαισίωναν ήταν εξαιρετικοί χαρακτήρες και άνθρωποι. Αγαπούσαν πραγματικά την ομάδα, γιατί είναι από το Λαύριο, οπότε ήταν τα πάντα για αυτούς η ομάδα και εκείνη τη χρονιά κάναμε μια πολύ καλή ομάδα και με ξένους και με Έλληνες παίκτες με πολύ καλή χημεία μεταξύ μας.
Ο Coach Σερέλης ξέρει να διαλέγει παίκτες και ξένους αλλά και Έλληνες, έχει αυτό το χάρισμα. Είχαμε δέσει πάρα πολύ για αυτό και κάναμε μια πάρα πολύ καλή πορεία, την ιστορικότερη σεζόν στην ιστορία του Λαυρίου. Ένα διάστημα ήμασταν πρώτοι στη βαθμολογία πάνω από Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό. Ήταν μια πολύ όμορφη χρονιά επίσης για εμένα».

Πρώτη φορά αγωνίστηκες στην Elite League με τη φανέλα της Καρδίτσας. Πως ήταν εκείνη η χρονιά; Περίμενες την εξέλιξη της ομάδας και τη συμμετοχή της σε ομίλους ευρωπαϊκής διοργάνωσης;
«Η Καρδίτσα είναι η πρώτη μου χρονιά που πήγα να αγωνιστώ στην Elite League. Δεν είχα ξαναπαίξει. Πήγα σε ένα πολύ καλό περιβάλλον, γιατί ήξερα και κάποιους ανθρώπους μέσα στην ομάδα. Είχαν στόχο να ανεβούν στη Stoiximan GBL και μαζί με τον μεγάλο Γιάννη Μπουρούση είχαμε μια εξαιρετική χρονιά, καταφέραμε να πετύχουμε το στόχο μας και ήταν μια πολύ όμορφη χρονιά για εμένα, όντας rookie στο πρωτάθλημα της Elite League.
Η Καρδίτσα από τότε φαινόταν πως είναι μια νοικοκυρεμένη κατάσταση, μια πολύ καλή κατάσταση. Δίπλα στην ομάδα βρίσκονται άνθρωποι από την Καρδίτσα, που την αγαπούν πραγματικά και πορεύονται ακόμα και τώρα με αυτό το σκεπτικό. Βλέπεις ότι από την πρώτη χρονιά που ανέβηκε στην Stoiximan GBL κάθε χρόνο κάνει και ένα βήμα παραπάνω και έφτασε να βρίσκεται σε ομίλους ευρωπαϊκής διοργάνωσης».

Κεφάλαιο Πανιώνιος. Μίλησε μου για αυτό.
«Κεφάλαιο Πανιωνίου, λοιπόν… Ήμουν συνολικά τέσσερα χρόνια στην ομάδα σπαστά, δύο τα τελευταία χρόνια και δύο πιο πριν. Ο Πανιώνιος ήταν μια ομάδα που έζησα τέσσερα χρόνια σε αυτή. Από τις πρώτες μου χρονιές καταλάβαινα πως έπαιζα σε μια πολύ μεγάλη ομάδα, οι τελευταίες δύο χρονιές όμως που έπαιξα ήταν από τις ομορφότερες της καριέρας μου. Είχαμε ανεβάσει την Καρδίτσα στην Α1 και θα μπορούσα να μείνω εκεί, αλλά πήρα την απόφαση να γυρίσω στην Αθήνα και στην οικογένεια μου, αλλά και στον Πανιώνιο που ήταν μια ομάδα που ήθελε να ανεβεί ξανά εκεί που αξίζει, στην Α1, όντας στη Β’ ΕΘνική τότε.
Ήταν μια σημαντική απόφαση για μένα να παίξω πρώτη φορά στο πρωτάθλημα της Β’ ΕΘνικής, αλλά θα το έκανα μόνο για τον Πανιώνιο αυτό. Πετύχαμε μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια τον στόχο που είχε βάλει η διοίκηση για τον οποίο και εμείς πήγαμε στην ομάδα. Είχαμε πολλές επιτυχίες, κατάκτηση Unicef Trophy, Πρωταθλήματα, Final 8 του Κυπέλλου Ελλάδας, το παιχνίδι με την ΑΕΚ. Ήταν δύο φοβερά χρόνια για εμένα. Ήμουν αρχηγός της ομάδας, που ήταν πολύ τιμητικό και λόγω αυτών των επιτυχιών και όσων ζήσαμε αυτά τα δύο χρόνια υπήρχε και αυτό το δέσιμο με τον κόσμο, το οποίο δεν περίμενα ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί έτσι».
Τι σε έκανε να δεθείς τόσο με την ομάδα και τον κόσμο της για να λες ότι μόνο για τον Πανιώνιο θα κατέβαινες να αγωνιστείς στη Β’ ΕΘνική;
«Ήμουν δύο χρόνια και παλιότερα στον Πανιώνιο, οπότε ήξερα το mentality της ομάδας και του κόσμου, αλλά με είχε εξιτάρει και η ύπαρξη του μεγάλου αυτού στόχου, να επιστρέψουμε τον Πανιώνιο στην Α1. Είχα βάλει ένα προσωπικό στόχο διετίας, ώστε να μπορέσουμε να ανεβάσουμε την ομάδα. Με τον Πανιώνιο είχα ήδη ένα δέσιμο από τα προηγούμενα χρόνια που αγωνίστηκα εκεί οπότε ήταν εύκολη η απόφαση να γυρίσω και ευτυχώς πήγαν όλα καλά».

Ήταν το παιχνίδι με την ΑΕΚ αυτό που θα σου μείνει αξέχαστο από εκείνη τη διετία ή υπάρχει κάποιο άλλο που ξεχωρίζεις στη μνήμη σου;
«Σε αυτή τη διετία έγιναν πολλά πράγματα. Κερδίσαμε το Unicef Trophy, πήγαμε στο Final 8 του Κυπέλλου Ελλάδας, κερδίσαμε πρωτάθλημα, ανεβήκαμε, υπήρχαν πολλές επιτυχίες. Σίγουρα το παιχνίδι με την ΑΕΚ ήταν κάτι το οποίο δεν το περίμενε κανείς. Ο κόσμος μας έλεγε «Πηγαίνετε κερδίστε την ΑΕΚ!». Οκ, και εμείς το πιστεύαμε μέχρι ένα σημείο όμως. Και εγώ και όλα τα παιδιά κάναμε μια τρομερή προσπάθεια, πήγαμε το παιχνίδι με την ΑΕΚ στην παράταση και λίγο έλειψε να την κερδίσουμε και να κάνουμε ίσως τη μεγαλύτερη έκπληξη που έχει γίνει ποτέ στο θεσμό του Κυπέλλου. Μια ομάδα που αγωνιζόταν στη Β’ ΕΘνική να κερδίσει μια ομάδα που πρωταγωνιστεί στην Α1, όπως είναι η ΑΕΚ. Αυτό το παιχνίδι είναι κάτι που θυμάμαι και για την ομάδα και για εμένα προσωπικά, γιατί είχα κάνει ένα πολύ καλό παιχνίδι. Σίγουρα μας άφησε όμως μια πικρία στο τέλος, γιατί χάσαμε στην παράταση και δεν καταφέραμε να κάνουμε τη μεγάλη αυτή νίκη».
Στα κομβικά παιχνίδια του Final – Four της Elite League για την άνοδο του Πανιωνίου στην Stoiximan GBL ήσουν τραυματίας και δεν μπορούσες να βοηθήσεις την ομάδα. Πώς διαχειρίστηκες αυτή τη συνθήκη;
«Άλλη μια στενάχωρη στιγμή, η οποία συνέβη στο τέλος του πρωταθλήματος που με πλήγωσε και εμένα προσωπικά, διότι ήθελα να τελειώσουμε αυτή τη χρονιά, να σηκώσω ακόμα ένα κύπελλο και να πετύχουμε το στόχο που είχαμε θέσει την τελευταία διετία. Ήταν μια άτυχη στιγμή για εμένα, αλλά ήμουν δίπλα στους συμπαίκτες μου σε κάθε παιχνίδι και ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Για ένα μήνα ουσιαστικά δεν μπόρεσα να βοηθήσω την ομάδα μου, αλλά ήμουν εκεί και τους στήριξα με τον δικό μου τρόπο.
Η ομάδα δυσκολεύτηκε γενικά στο τέλος, γιατί εκτός από εμένα είχε και άλλους τραυματίες. Το σύστημα διεξαγωγής του πρωταθλήματος ήταν έτσι που αν και ήμασταν πρώτοι στη κανονική διάρκεια, στο Final – Four μπορείς να χάσεις αυτό το πλεονέκτημα και να μείνεις εκτός ανόδου. Χάσαμε το παιχνίδι με τον Μίλωνα και ουσιαστικά το παιχνίδι με τον Ηρακλή κρίθηκε στο τέλος της αναμέτρησης και λίγο έλειψε να χάσουμε την άνοδο.
Βγήκαν και άλλα παιδιά μπροστά, όλοι προσπάθησαν για να καλύψουν τις απουσίες που είχαμε. Τα καταφέραμε και στο τέλος πανηγυρίσαμε μαζί με τον υπέροχο κόσμο που ήρθε στο γήπεδο την άνοδο μας στην Α1. Εγώ ναι μεν χάρηκα, αλλά το είχα σχεδιάσει κάπως διαφορετικά στο μυαλό μου όταν πήγα στην ομάδα. Ήθελα να τελειώσουμε τη χρονιά, όντας εγώ αρχηγός και να σηκώσω ένα ακόμα κύπελλο. Τουλάχιστον ο στόχος της ομάδας, που ήταν το πιο σημαντικό από όλα, επετεύχθη».

Σε πλήγωσε που δεν βρέθηκες στο ρόστερ του Πανιωνίου τη χρονιά της επιστροφής του στην Stoiximan GBL;
«Η αλήθεια είναι ότι το είχα στο μυαλό μου, αλλά καμιά φορά τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα περιμένεις. Είχα μια εξαιρετική σχέση με τη διοίκηση της ομάδας και αν δεν είχαν έρθει αυτοί οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή ο Πανιώνιος δεν θα ήταν εκεί που είναι. Βοήθησαν τα μέγιστα για να βρίσκεται η ομάδα στο επίπεδο που είναι, το κάνουν και τώρα και ελπίζω να συνεχίσουν να το κάνουν για πολλά χρόνια ακόμα.
Αυτό που κρατάω είναι η συγκινητική στάση του κόσμου, που πραγματικά με συγκίνησε και είναι πολύ τιμητικό για εμένα το να βγάλουν μια ανακοίνωση και να δείξουν το σεβασμό τους προς το πρόσωπο μου και για όσα έχω προσφέρει στην ομάδα. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό που μπορώ να κρατήσω από όλα τα χρόνια που ήμουν στον Πανιώνιο και είναι πάνω από τα κύπελλα και οποιαδήποτε άνοδο».
Ήσουν αρχηγός σε πολλές από τις ομάδες στις οποίες αγωνίστηκες. Το επιζητάς αυτό, σου αρέσει να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ή οι προπονητές σου βλέπουν κάτι σε εσένα και σε τοποθετούν σε αυτή τη θέση;
«Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να μπεις μόνος σου αρχηγός(σ.σ γέλια), κάποιος πρέπει να σε βάλει και συνήθως αυτός είναι ο προπονητής. Δεν το επιδίωξα, αλλά μου το ανέθεσαν αυτό. Δεν σου κρύβω ότι όταν στο αναθέτουν αυτό, το να είσαι αρχηγός σε μια ομάδα και πόσο μάλλον σε ιστορικές ομάδες σου δίνει ένα κίνητρο παραπάνω. Μπορείς να συσπειρώσεις τους παίκτες, την ομάδα, να βγεις μπροστά σε μια δύσκολη στιγμή τόσο αγωνιστικά όσο και εξωαγωνιστικά και εμένα αυτό μου άρεσε. Στον ΠΑΟΚ ήμουν ο νεότερος αρχηγός στην Α1 τότε. Ήμουν μικρός και εκεί έμαθα το πως πρέπει να βγεις μπροστά και αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά. Μου άρεσε σε κάθε ομάδα όταν με έκαναν αρχηγό και μου έδινε κίνητρο, ώστε να αποδίδω καλύτερα».

Ποια είναι η άποψη σου για το γεγονός ότι δεν «βγαίνουν» πλέον Έλληνες παίκτες, δεν παίρνουν τις ευκαιρίες τους σε μεγάλες ομάδες της Α1 και τελευταία επιλέγουν να συνεχίσουν την καριέρα τους στο κολλεγιακό πρωτάθλημα; Τι θεωρείς πως πρέπει να αλλάξει στην αναπτυξιακή διαδικασία;
Αυτό είναι ένα ζήτημα τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό μπάσκετ. Δεν «βγαίνουν» παιδιά με την πληθώρα που έβγαιναν παλαιότερα. Αυτό είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, γιατί θεωρώ ότι δεν ασχολούνται τόσα παιδιά με τον αθλητισμό όσα ασχολούνταν παλαιότερα, που δεν υπήρχαν υπολογιστές, δεν υπήρχαν τάμπλετ, δεν υπήρχαν κινητά. Στη Θεσσαλονίκη βγαίναμε στο Ποσειδώνιο στα γήπεδα και ήταν όλα γεμάτα, τώρα πας και είναι άδεια οπότε και αυτό είναι ένα θέμα.
Από την άλλη όμως, θεωρώ πως όσα παιδιά ασχολούνται με το μπάσκετ, είναι σε ομάδες και έχουν βλέψεις να παίξουν στην Α1 Κατηγορία και παραπάνω πρέπει να έχουν τη σωστή νοοτροπία για να μπορούν να σταθούν σε αυτό τον χώρο, αλλά και να στηριχθούν από τις ομάδες, από τους προπονητές γιατί ο παίκτης βελτιώνεται και από την προπόνηση, αλλά περισσότερο από τα παιχνίδια. Πρέπει να τους αναθέσουνε ευθύνες, να πάρουν παιχνίδια, ώστε να μπορέσουν να δοκιμαστούν και να δουν αν μπορούν να παίξουν σε αυτό το επίπεδο. Από την άλλη θα μου πεις πώς θα τους βάλει ένας προπονητής που βρίσκεται σε μια ομάδα που άμα χάσει την επόμενη ημέρα μπορεί να φύγει.
Πρέπει να υπάρχει μια συλλογική προσπάθεια από τη διοίκηση, τους προπονητές, ένα σκεπτικό ώστε να αξιοποιήσει τους Έλληνες καλαθοσφαιριστές. Όπως ακριβώς γίνεται και στην Ισπανία, που τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα φυτώρια του ευρωπαϊκού μπάσκετ μαζί με τη Σερβία. Θεωρώ πως πρέπει οι νέοι να στηριχτούν για να βγάλει η Ελλάδα παιδιά, γιατί η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει έλλειψη».
Ποια είναι η άποψη σου για το επίπεδο του πρωταθλήματος και την τοξικότητα που υπάρχει και έγινε φανερή στους τελικούς της Stoiximan GBL της προηγούμενης σεζόν;
«Τα τελευταία χρόνια θεωρώ πως το ελληνικό πρωτάθλημα έχει κάνει βήματα μπροστά. Υπήρχε μια περίοδο παρακμής, δύσκολων συνθηκών στις ομάδες και από οικονομικής άποψης. Υπήρχε μια περίοδο που οι ομάδες δεν πλήρωναν τους παίκτες, το έχω βιώσει και εγώ και έχω προσωπική εμπειρία. Οι παίκτες έτρεχαν στα δικαστήρια για να διεκδικήσουν τα χρήματα τους.
Αυτό τα τελευταία χρόνια έχει εκμηδενιστεί, γεγονός που είναι πολύ σημαντικό γιατί είναι ένα επάγγελμα. Γίνονται βήματα προόδου και οργανωτικά αλλά και σε θέμα επιπέδου παικτών. Από την άλλη είδαμε στους τελικούς του πρωταθλήματος της Stoiximan GBL ότι υπήρχε αυτή η τοξικότητα των δύο «μεγάλων» ομάδων, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, που σίγουρα αυτό ξεκινάει από τον φίλαθλο κόσμο και επηρεάζει και το αγωνιστικό κομμάτι. Μπορεί να επηρεάσει προπονητές, παίκτες, άθελα τους.
Θεωρώ πως όση αντιπαλότητα κι αν υπάρχει, που είναι καλό να υπάρχει αντιπαλότητα σε νορμάλ πλαίσια, οι αθλητές είναι πρότυπα για τα νέα τα παιδιά, πάνε στα γήπεδα οικογένειες με τα παιδιά τους, και ένα παιδί πρέπει να βλέπει υγιή πρότυπα και οι αθλητές να συμπεριφέρονται όπως πρέπει και όπως αρμόζει για το επίπεδο που βρίσκονται. Όλοι οι φορείς που ασχολούνται με το μπάσκετ( ΕΟΚ, ΕΣΑΚΕ, ομάδες, πρόεδροι) θα πρέπει να είναι σε μια κοινή σελίδα για το καλό του ελληνικού μπάσκετ. Ας ελπίσουμε όσα είδαμε στους τελευταίους τελικούς να είναι και τα τελευταία και τη σεζόν που διανύουμε να δούμε διαφορετικό τρόπο και κλίμα διεξαγωγής των τελικών, αλλά και όλων των αγώνων.
Είσαι στα 39 τώρα, φτάνει σιγά – σιγά το τέλος της καριέρας σου. Έχεις σκεφτεί το μετά;
«Κοίταξε όσων αφορά για το τέλος μου είναι πολύ δύσκολο, διότι αυτό το κάνω από τα 6 μου, όπως σου είπα και πριν. Είμαι μια ζωή στο γήπεδο. Το καλοκαίρι σταματάω για λίγες ημέρες και με πιάνει «τρέλα» πραγματικά και όσο σκέφτομαι ότι μπορεί να υπάρξει το τέλος σε 1-2 χρόνια μου είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα στο γήπεδο στα 6 μου, θυμάμαι την πρώτη μου επαγγελματική ομάδα, είναι σαν χθες ουσιαστικά όταν τα σκέφτεσαι όλα και μέσα από όλα αυτά τα χρόνια πραγματικά έχω κερδίσει πάρα πολλά πράγματα από τον αθλητισμό και κακές στιγμές, αλλά κυρίως καλές στιγμές, ωραίες αναμνήσεις. Είναι κάτι που αγαπούσα από μικρός και έκανα το όνειρο μου πραγματικότητα.
Όσο περνάνε τα χρόνια και φτάνεις σε ένα σημείο που και το σώμα σου σιγά-σιγά σε εγκαταλείπει, όσο κι αν προσέχει κάποιος, που εγώ προσέχω, είναι πολύ δύσκολο. Ήδη σκέφτομαι τα επόμενα μου βήματα, θέλω να είμαι στο χώρο του μπάσκετ από κάποιο πόστο. Αυτό θα το δω ανάλογα με τις συνθήκες που θα βρω μπροστά μου, τι συνεργασίες μπορώ να κάνω, αυτό δεν το έχω σκεφτεί. Υπάρχουν μερικά πράγματα που μπορείς να κάνεις μέσα στο χώρο του αθλητισμού και του μπάσκετ γενικότερα, οπότε σίγουρα το σκέφτομαι.
Θέλω να αποφασίσω το επόμενο βήμα μου πριν καν τελειώσω την αγωνιστική μου καριέρα διότι θεωρώ ότι άμα σταματήσει κάποιος αθλητής και μετά μπει στη διαδικασία να δει τι θα κάνει θεωρώ πως έχει χάσει το παιχνίδι κυρίως ψυχολογικά. Εμείς οι αθλητές έχουμε μάθει σε αυτή τη ζωή, σε αυτό τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας. Έχουμε τη ρουτίνα μας, την καθημερινότητα μας και αν αυτά «κοπούν» κατευθείαν είναι πολύ δύσκολο και υπάρχουν παραδείγματα που πολλοί αθλητές έχουν πέσει και σε κατάθλιψη μετά από αυτό. Οπότε θέλω να προνοήσω και να σκεφτώ πριν καν τελειώσω το επόμενο μου βήμα, σίγουρα θα ήθελα να συνεχίσω να είμαι στο χώρο του αθλητισμού».
Τι θα συμβούλευες ένα παιδί που στα 6 του χρόνια πηγαίνει σε μια ακαδημία να παίξει μπάσκετ και αντίστοιχα τους γονείς του, όντας και εσύ γονέας;
«Αυτό που θα του έλεγα είναι πρώτα από όλα να αγαπάει αυτό που κάνει. Το πιο σημαντικό από όλα είναι αυτό. Εγώ θυμάμαι μικρός ήμουν κάθε μέρα με μια μπάλα μπάσκετ. Αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν θα το κάνεις καλά. Θεωρώ ότι το να αγαπάς το μπάσκετ είναι η μεγαλύτερη δύναμη που έχεις για να πετύχεις. Και επίσης όσο περισσότερη προπόνηση κάνεις τόσο καλύτερος γίνεσαι. Αυτό είναι το νο1 για εμένα.
Όσων αφορά τους γονείς σίγουρα χρειάζεται να προτρέψουν τα παιδιά να ασχοληθούν με τον αθλητισμό και το μπάσκετ, μιας και μιλάμε για τον δικό μας χώρο. Πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, ώστε να μην επεμβαίνουν στο παιδί, στη σχέση του με τον προπονητή, να μην επηρεάζουν το παιδί με κακές σκέψεις και σκέψεις που μπορεί να κάνουν οι ίδιοι, γιατί κάθε γονιός θεωρεί ότι το παιδί του είναι το καλύτερο, ότι το παιδί του θα αδικηθεί. Για αυτό οι γονείς θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και να μην αποπροσαντολίσουν το παιδί από το στόχο του. Θα πρέπει να μην επεμβαίνουν, αλλά να στηρίζουν και να βρίσκονται δίπλα στα παιδιά τους για ο,τι χρειαστούν με ένα πολύ προσεκτικό τρόπο».

