Ο Στέφανος Μιχαηλίδης μιλά στο Mpaladofatses.gr και τον Χρήστο Τσαρτσάλη για τη διαδρομή από τη Βέροια μέχρι την κορυφή του ελληνικού χάντμπολ, τη ζωή και τις εμπειρίες που αποκόμισε στη Γερμανία, αλλά και την καθιέρωσή του στον Ολυμπιακό. Ο διεθνής πίβοτ αναφέρεται στην πικρία που του άφησε ο χαμένος ευρωπαϊκός τελικός το 2024 και περιγράφει τα μοναδικά συναισθήματα που έζησε με την Εθνική Ελλάδας στην ιστορική πρόκριση σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα έπειτα από 22 χρόνια αναμονής.
Υπάρχουν αθλητές που μετρούν την πορεία τους μέσα από τους τίτλους. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που τη μετρούν μέσα από τα χιλιόμετρα, τις δυσκολίες και τις αποφάσεις που χρειάστηκε να πάρουν όταν κανείς δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ότι η διαδρομή θα τους δικαιώσει. Ο Στέφανος Μιχαηλίδης ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Βέροια, σε μια πόλη που ανέκαθεν είχε ξεχωριστή σχέση με το χάντμπολ, έκανε τα πρώτα του βήματα στον ιστορικό Φίλιππο. Από πολύ νωρίς κατάλαβε πως αν ήθελε να φτάσει ψηλά, θα έπρεπε να θυσιάσει πράγματα που για τους περισσότερους νέους θεωρούνται δεδομένα.
Χρόνο, ξεγνοιασιά, ακόμη και στιγμές της φοιτητικής ζωής, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα πέντε χρόνια που ταξίδευε καθημερινά με το ΚΤΕΛ από τη Βέροια στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να συνδυάσει σπουδές και χάντμπολ.
Η διαδρομή τον οδήγησε στη Γερμανία, εκεί όπου γνώρισε από κοντά έναν διαφορετικό αθλητικό κόσμο, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα για να φορέσει τη φανέλα του Ολυμπιακού.
Στους «ερυθρόλευκους» έγινε ένα από τα βασικά στελέχη της ομάδας, κατακτώντας τίτλους και ζώντας μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του τμήματος. Παράλληλα, όμως, κουβαλά ακόμη την πικρία του χαμένου ευρωπαϊκού τελικού το 2024, ενός στόχου που όπως παραδέχεται παραμένει το μεγαλύτερο απωθημένο της καριέρας του.
Ωστόσο, ακόμη και οι μεγαλύτερες επιτυχίες δεν μπορούν να συγκριθούν εύκολα με το συναίσθημα που βίωσε πριν από λίγες εβδομάδες.

Η πρόκριση της Εθνικής Ανδρών στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα 2027, για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια, αποτέλεσε την επιβράβευση μιας ολόκληρης γενιάς αθλητών που αρνήθηκε να σταματήσει να πιστεύει.
Και ο ίδιος ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας.
Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση ενός ακόμη επιτυχημένου κύκλου με τον Ολυμπιακό και λίγο πριν αναχωρήσει για τη νέα πρόκληση της καριέρας του στο εξωτερικό, ο διεθνής πίβοτ ανοίγει τα χαρτιά του στο Mpaladofatses.gr και μιλά για όλα όσα σημάδεψαν τη μέχρι σήμερα διαδρομή του.
Συνέντευξη στον Χρήστο Τσαρτσάλη:

Πρώτα θέλω να ξεκινήσουμε με τη φετινή σεζόν. Αν έπρεπε να την περιγράψεις με λίγα λόγια, πόσο επιτυχημένη θεωρείς ότι ήταν και αν σου αφήνει κάποιο παράπονο λόγω της ευρωπαϊκής πορείας;
«Η χρονιά στον Ολυμπιακό ξεκινά πάντα με έναν ξεκάθαρο στόχο: την κατάκτηση όλων των εγχώριων τίτλων. Αυτός είναι ο βασικός στόχος κάθε σεζόν, μαζί με μια καλή πορεία στην Ευρώπη.
Φέτος θέλαμε να διεκδικήσουμε και το ευρωπαϊκό τρόπαιο. Τα τελευταία χρόνια φτάνουμε εκεί, δεν έχουμε καταφέρει το αποκορύφωμα, όπως που χάσαμε στον τελικό πρόπερσι. Ωστόσο, πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη διοργάνωση.
Τα παιχνίδια είναι διπλά, υπάρχουν πολλές ποιοτικές ομάδες και, από ένα σημείο και μετά, χρειάζεσαι και την τύχη με το μέρος σου. Πρέπει να αποφύγεις τα μεγάλα φαβορί μέχρι τα τελευταία στάδια και, όταν έρθουν τα κρίσιμα παιχνίδια, να βρίσκεσαι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.
Το European Cup είναι ένας στόχος που θα ήθελα πολύ να πετύχω κάποια στιγμή, γιατί αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διακρίσεις που μπορεί να κατακτήσει ένας αθλητής. Γνωρίζω όμως ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να συνδυαστούν πολλά πράγματα σωστά».

Η πρόκριση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με την Εθνική είναι μία από τις πιο δυνατές στιγμές της καριέρας μου
Από τη φετινή χρονιά ποια στιγμή ξεχωρίζεις περισσότερο; Κάποια με τον Ολυμπιακό ή την Εθνική ομάδα;
«Για μένα ξεκάθαρα η μεγαλύτερη στιγμή ήταν η πρόκριση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με την Εθνική ομάδα.
Και το λέω αυτό γιατί πρόκειται για ένα όνειρο που ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν. Έχουμε περάσει πολλές απογοητεύσεις και αποκλεισμούς όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν η τρίτη φορά που φτάναμε τόσο κοντά σε μια πρόκριση για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Στις δύο προηγούμενες προσπάθειες δεν τα είχαμε καταφέρει.
Το συναίσθημα της πρόκρισης είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί. Εκπροσωπείς τη χώρα σου, φοράς το εθνόσημο και ταυτόχρονα βλέπεις να πραγματοποιείται ένας στόχος που κυνηγούσες για χρόνια. Είναι μία από τις πιο δυνατές στιγμές της καριέρας μου».
Σε παιχνίδια τέτοιου επιπέδου σκέφτεστε από πριν τη δυναμικότητα του αντιπάλου ή κάνετε τον απολογισμό μόνο μετά το τέλος;
«Φυσικά και το σκέφτεσαι, ειδικά όταν απέναντί σου έχεις ομάδες που θεωρούνται ανώτερες στα χαρτιά.
Η Ολλανδία, για παράδειγμα, είναι μια ομάδα με συνεχή παρουσία στις μεγάλες διοργανώσεις, με παίκτες που αγωνίζονται στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και στο Champions League. Δεν μπορείς να αγνοήσεις ποιον έχεις απέναντί σου.
Από την άλλη, όταν ξεκινά το παιχνίδι, προσπαθείς να μείνεις απόλυτα συγκεντρωμένος σε όσα πρέπει να κάνεις μέσα στο γήπεδο. Αντιμετωπίζεις κάθε αγώνα καθαρά αγωνιστικά και τακτικά, με στόχο να πάρεις το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Δεν πας με τη λογική της ελπίδας ή της προσδοκίας. Πας για να διεκδικήσεις ό,τι περισσότερο μπορείς».

Ο πρώτος μου προπονητής στις ακαδημίες είχε έρθει μέχρι το σπίτι μου για να με πείσει να ξεκινήσω χάντμπολ.
Πάμε λίγο πίσω. Πώς ξεκίνησε η δική σου σχέση με το χάντμπολ στη Βέροια;
«Εγώ ξεκίνησα να αγωνίζομαι στον Φίλιππο Βέροιας την περίοδο που ο σύλλογος βρισκόταν ακόμη σε πολύ υψηλό επίπεδο. Ήταν μια εποχή με διακρίσεις, σημαντικούς αθλητές και έντονη παρουσία του χάντμπολ στην πόλη.
Τότε το χάντμπολ ήταν ίσως το πιο δημοφιλές άθλημα στη Βέροια. Πολλοί φίλοι μου ασχολούνταν με αυτό και περνούσαμε αμέτρητες ώρες στο γήπεδο.
Από μικρός ήθελα να γίνω αθλητής. Δοκίμασα πολλά διαφορετικά αθλήματα, όμως οι ακαδημίες του Φιλίππου σου δημιουργούσαν την αίσθηση ότι μπορείς να εξελιχθείς, να φτάσεις στην Εθνική ομάδα και να κάνεις καριέρα στο άθλημα. Αυτό με τράβηξε πολύ».
Ο Φίλιππος Βέροιας είναι ιστορικός σύλλογος και νιώθω τυχερός που ήμουν μέρος του
Υπήρχε κάποιος που να είχε κάνει ήδη το βήμα παραπάνω τότε και να πήρες και εσύ κάποιο παραπάνω θάρρος και κίνητρο;
«Όχι κάποιος που να γνώριζα προσωπικά.
Θυμάμαι όμως ότι ο πρώτος μου προπονητής στις ακαδημίες είχε έρθει μέχρι το σπίτι μου για να με πείσει να ξεκινήσω χάντμπολ. Γνώριζε την οικογένειά μου και είχε προσωπική σχέση με τους γονείς μου. Το πρώτο πράγμα που είδε και με ήθελε ήταν το ύψος μου.
Ουσιαστικά ήρθε και είπε στη μητέρα μου: “Το παιδί θα έρθει στο χάντμπολ, τέλος” (σ.σ. γέλια)».
Ανέφερες ότι δοκίμασες πολλά αθλήματα. Ποια ήταν αυτά;
«Έχω περάσει σχεδόν από τα πάντα. Έπαιξα ποδόσφαιρο, μπάσκετ, έκανα κολύμβηση, πόλο, ενώ ασχολήθηκα για επτά χρόνια και με το καράτε. Γενικά δοκίμαζα συνεχώς διαφορετικά πράγματα μέχρι να καταλήξω στο χάντμπολ.
Το χάντμπολ όμως ήταν το μόνο άθλημα που μου έδινε την αίσθηση ότι μπορώ να το ακολουθήσω επαγγελματικά.
Στα υπόλοιπα αθλήματα η προσέγγιση ήταν περισσότερο χομπίστικη. Εγώ όμως από μικρός ήξερα ότι ήθελα να γίνω επαγγελματίας αθλητής.
Οι προπονητές, οι ακαδημίες και γενικότερα η δομή του Φιλίππου μού έδιναν αυτή την προοπτική. Το δοκίμασα, μου άρεσε και τελικά έμεινα».
Τι σημαίνει για σένα ο Φίλιππος Βέροιας;
«Ο Φίλιππος είναι ένας ιστορικός σύλλογος που μου πρόσφερε πάρα πολλά.
Δεν μου έδωσε μόνο χαντμπολικές γνώσεις. Με βοήθησε να μάθω πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένας αθλητής, πώς να παρουσιάζεται στον κόσμο και πώς να λειτουργεί μέσα σε μια ομάδα.
Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερός που πέρασα από μια τόσο οργανωμένη ακαδημία, η οποία είχε υψηλό επίπεδο τόσο αγωνιστικά όσο και σε επίπεδο νοοτροπίας».
Ποιοι ήταν αυτοί που σε διαμόρφωσαν περισσότερο ως αθλητή και ως άνθρωπο;
«Σίγουρα ο πρώτος μου προπονητής ήταν από τους ανθρώπους που με επηρέασαν περισσότερο. Ήταν εκείνος που πίστεψε σε μένα από την πρώτη στιγμή και με έφερε ουσιαστικά στο άθλημα.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης αρκετοί φίλοι μου, οι οποίοι μπορεί να μην συνέχισαν αργότερα το χάντμπολ, όμως εκείνα τα χρόνια έκαναν την καθημερινότητα στο γήπεδο πιο όμορφη και πιο εύκολη.
Πάνω απ’ όλους, όμως, θα βάλω τους γονείς μου. Δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο σε αυτό που ήθελα να κάνω, παρότι γνώριζαν πολύ καλά ότι το χάντμπολ δεν προσφέρει πάντα οικονομική ασφάλεια.
Υπήρξαν χρονιές που δεν είχα ουσιαστικά κανένα οικονομικό όφελος από το άθλημα, όμως εκείνοι συνέχισαν να με στηρίζουν, τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά. Τους οφείλω πολλά.
Η πιο δύσκολη περίοδος της καριέρας μου ήταν τα τελευταία χρόνια μου στον Φίλιππο Βέροιας, λίγο πριν διαλυθεί ουσιαστικά το ανδρικό τμήμα
Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί από την επαρχία να ακολουθήσει επαγγελματικά το χάντμπολ;
«Είναι πολύ δύσκολο. Και δεν αφορά μόνο το χάντμπολ, αλλά γενικότερα τον ελληνικό αθλητισμό.
Μέχρι να φτάσεις στο σημείο να μπορείς να βιοποριστείς από το άθλημα, περνάς από αρκετές φάσεις στις οποίες σκέφτεσαι σοβαρά να τα παρατήσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φοιτητική περίοδος. Πολλοί αθλητές σταματούν επειδή χρειάζεται να εργαστούν ή επειδή δεν μπορούν να συνδυάσουν τις σπουδές με τον πρωταθλητισμό.
Ακόμη και μετά το τέλος των σπουδών, αρκετοί αναρωτιούνται τι μπορεί πραγματικά να τους προσφέρει το χάντμπολ σε επαγγελματικό επίπεδο. Έτσι χάνονται πολλά ταλέντα.
Πιστεύω ότι το θέμα δεν είναι μόνο το ταλέντο. Έχει να κάνει με το πόσο πολύ το θέλεις, πόσα είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις και πόσο μακριά είσαι έτοιμος να φτάσεις για να κυνηγήσεις το όνειρό σου.
Υπήρξε κάποια στιγμή που σκέφτηκες πραγματικά να σταματήσεις;
«Ναι, υπήρξε. Θα έλεγα ότι η πιο δύσκολη περίοδος της καριέρας μου ήταν τα τελευταία χρόνια μου στον Φίλιππο Βέροιας, λίγο πριν διαλυθεί ουσιαστικά το ανδρικό τμήμα.
Τότε αντιμετωπίζαμε πολύ σοβαρά προβλήματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν χρονιές όπου πληρωνόμουν μόλις δύο μήνες από τους δέκα. Την ίδια στιγμή ζούσα στη Θεσσαλονίκη και έπρεπε να καλύπτω τα έξοδα μετακίνησης για να πηγαίνω στις προπονήσεις.
Επιπλέον, εκείνη την εποχή δεν μπορούσες εύκολα να αποχωρήσεις από έναν σύλλογο πριν από συγκεκριμένη ηλικία. Έτσι βρέθηκα μπροστά σε ένα δίλημμα: είτε να σταματήσω είτε να συνεχίσω, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα αλλάξουν.
Επέλεξα να συνεχίσω και τελικά δικαιώθηκα».

Βλέπατε τότε ότι ο σύλλογος οδηγείται σε αυτή την κατάσταση;
«Ότι υπήρχαν προβλήματα, το βλέπαμε όλοι.
Δεν περίμενα όμως ότι θα φτάναμε στο σημείο να ανασταλεί ουσιαστικά η λειτουργία του συλλόγου. Πίστευα ότι θα βρισκόταν κάποια λύση, ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη στήριξη από τον κόσμο της πόλης ή από χορηγούς.
Ήταν ξεκάθαρο βέβαια ότι ο Φίλιππος δεν θα επέστρεφε εύκολα στα μεγαλεία του παρελθόντος. Για το πώς ακριβώς οδηγήθηκε σε αυτή την κατάσταση, δεν γνωρίζω τι συνέβη παρασκηνιακά».
Η Βέροια πάντως έχει αναδείξει πολλούς σημαντικούς ανθρώπους του χάντμπολ. Αυτό πού το αποδίδεις;
«Καταρχάς στο γεγονός ότι το χάντμπολ ήταν πάντα ένα πολύ δημοφιλές άθλημα στην πόλη.
Οι ακαδημίες είχαν διαχρονικά μεγάλο αριθμό παιδιών, ενώ υπήρχαν και πολύ καλοί προπονητές στις αναπτυξιακές ηλικίες. Επιπλέον, η πόλη διαθέτει δικό της γήπεδο, κάτι που παίζει σημαντικό ρόλο.
Αν δει κανείς την ιστορία των ακαδημιών της Βέροιας, σχεδόν κάθε χρόνο κάποια ηλικιακή ομάδα συμμετείχε σε Πανελλήνια Πρωταθλήματα και διεκδικούσε διακρίσεις. Υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν πολύ καλές βάσεις».

Εντυπωσιάστηκα με τον επαγγελματισμό που βίωσα στη Γερμανία, ακόμα και σε επίπεδο τρίτης κατηγορίας
Η απόφαση για να μετακινηθείς στη Γερμανία πώς προέκυψε στη συνέχεια;
«Είχα μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές μου και βρισκόμουν σε μια φάση που μπορούσα να κάνω το επόμενο βήμα.
Η πρόταση από τη Γερμανία ήρθε σχετικά αργά, στις αρχές Ιουνίου. Παρ’ όλα αυτά δεν το σκέφτηκα ιδιαίτερα. Ήθελα να δοκιμάσω τον εαυτό μου στο εξωτερικό και να δω μέχρι πού μπορώ να φτάσω.
Η τρίτη κατηγορία της Γερμανίας μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ καλό σημείο εκκίνησης για έναν αθλητή. Αν αποδώσεις καλά, υπάρχουν δυνατότητες εξέλιξης και ανόδου.
Τελικά αποδείχθηκε μία από τις καλύτερες αποφάσεις που έχω πάρει».
Σε φόβισε καθόλου η ιδέα ότι θα ζούσες μόνος σου σε μια άλλη χώρα;
«Όχι, καθόλου. Γενικά είμαι άνθρωπος που δεν φοβάται τις μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. Αντιθέτως, τις αντιμετωπίζω θετικά.
Πίστευα πολύ στον εαυτό μου και ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Πήγα με τη λογική ότι θα δουλέψω, θα προσαρμοστώ και θα βρω τον δρόμο μου».
Ποιες ήταν οι πρώτες σου εντυπώσεις από εκεί και γενικά από το γερμανικό χάντμπολ;
«Από την πρώτη κιόλας ημέρα η ομάδα με βοήθησε να προσαρμοστώ. Μου έδειξαν τις εγκαταστάσεις, μου παρείχαν ένα πολύ καλό σπίτι και γενικά φρόντισαν ώστε να μην αντιμετωπίσω δυσκολίες στην καθημερινότητά μου.
Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το επίπεδο οργάνωσης. Μιλάμε για μια ομάδα τρίτης κατηγορίας και παρ’ όλα αυτά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα επαγγελματικές.
Θυμάμαι επίσης ότι, παρότι δεν είχα αγωνιστεί ακόμη, αρκετοί άνθρωποι στην πόλη με αναγνώριζαν επειδή είχαν διαβάσει για μένα στις τοπικές εφημερίδες. Αυτό δείχνει πολλά για τη σχέση που έχει ο κόσμος εκεί με το άθλημα».

Πλέον βλέπουμε περισσότερους Έλληνες σε κορυφαία πρωταθλήματα στο εξωτερικό
Ποια θεωρείς ότι είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο ελληνικό και το γερμανικό χάντμπολ;
«Η στήριξη που δέχεται το άθλημα από τον κόσμο, τους χορηγούς και το κράτος είναι σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Υπάρχουν εξαιρετικές εγκαταστάσεις, γεμάτα γήπεδα και άνθρωποι που επενδύουν πραγματικά στο άθλημα. Ακόμη και σε μικρές πόλεις συναντάς συνθήκες που στην Ελλάδα δύσκολα βρίσκεις.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία διαφορά, θα έλεγα ότι το μεγαλύτερο χάσμα βρίσκεται στις υποδομές και στις εγκαταστάσεις. Εκεί η διαφορά είναι πραγματικά τεράστια».
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και περισσότερους Έλληνες αθλητές να δοκιμάζουν την τύχη τους στο εξωτερικό. Ήταν το ίδιο εύκολο όταν έκανες εσύ αυτό το βήμα;
«Όχι στον βαθμό που το βλέπουμε σήμερα.
Υπήρχαν Έλληνες αθλητές στο εξωτερικό, αλλά σαφώς λιγότεροι και κυρίως σε πρωταθλήματα μικρότερης δυναμικότητας. Όταν έφυγα εγώ για τη Γερμανία, αν θυμάμαι καλά, υπήρχαν μόλις τρεις ή τέσσερις Έλληνες παίκτες που αγωνίζονταν στην τρίτη κατηγορία.
Σήμερα βλέπουμε αθλητές να παίζουν στη δεύτερη και στην πρώτη κατηγορία της Γερμανίας, στη Γαλλία, στην Πολωνία και σε άλλα κορυφαία πρωταθλήματα. Νομίζω πως αυτή η εξέλιξη συνδέεται άμεσα και με την πρόοδο της Εθνικής ομάδας τα τελευταία χρόνια».
Πρόσφατα βρέθηκες αντιμέτωπος με τον Χάρη Λιάπη σε ευρωπαϊκές υποχρεώσεις. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
«Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Με τον Χάρη είμαστε φίλοι και έχουμε εξαιρετικές σχέσεις μέσω της Εθνικής ομάδας. Φυσικά, όταν μπαίνεις στο γήπεδο, οι φιλίες μένουν εκτός αγωνιστικού χώρου.
Υπάρχουν πειράγματα, ανταγωνισμός και η διάθεση να κερδίσεις τον αντίπαλό σου, ανεξάρτητα από το πόσο καλά τον γνωρίζεις. Αυτό είναι μέρος του αθλητισμού».

Η επιλογή του Ολυμπιακού ήταν σχετικά εύκολη. Μου άρεσε πολύ η ιδέα να αγωνιστώ σε έναν σύλλογο που πρωταγωνιστεί και διεκδικεί τίτλους κάθε χρόνο.
Μετά τη Γερμανία αποφασίζεις να επιστρέψεις στην Ελλάδα. Ο Ολυμπιακός ήταν η πρώτη επιλογή;
«Κατευθείαν ο Ολυμπιακός, ναι. Ήθελα κιόλας κάποια στιγμή να γυρίσω. Εκείνη την περίοδο βέβαια είχα ως στόχο να παραμείνω στο εξωτερικό και να συνεχίσω την πορεία μου στη Γερμανία. Υπήρχαν κάποιες συζητήσεις και προοπτικές, όχι όμως κάτι απολύτως συγκεκριμένο.
Όταν προέκυψε η πρόταση του Ολυμπιακού, μου άρεσε πολύ η ιδέα να αγωνιστώ σε έναν σύλλογο που πρωταγωνιστεί και διεκδικεί τίτλους κάθε χρόνο.
Ήταν μια σχετικά γρήγορη απόφαση και καθαρά αγωνιστική. Δεν είχε να κάνει με τη ζωή στο εξωτερικό, γιατί εκεί πέρασα πολύ όμορφα. Ήταν μια απόφαση που αφορούσε αποκλειστικά το χάντμπολ».

Είναι τιμή που ήμουν μέρος του Ολυμπιακού. Πρόκειται για έναν σύλλογο με τεράστια ιστορία, μεγάλες επιτυχίες και πολύ υψηλά στάνταρ σε όλα τα επίπεδα.
Τι σημαίνει για έναν αθλητή να φορά τη φανέλα του Ολυμπιακού;
«Ο κάθε αθλητής το βιώνει διαφορετικά.
Κάποιοι το βλέπουν περισσότερο επαγγελματικά, κάποιοι συνδέονται συναισθηματικά με έναν σύλλογο. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.
Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι με αγκάλιασαν τόσο η ομάδα όσο και ο κόσμος. Ένιωσα ότι βρίσκομαι σε μια οικογένεια. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που έμεινα τόσα χρόνια στον σύλλογο.
Για μένα είναι τιμή να εκπροσωπώ τον Ολυμπιακό. Πρόκειται για έναν σύλλογο με τεράστια ιστορία, μεγάλες επιτυχίες και πολύ υψηλά στάνταρ σε όλα τα επίπεδα».
Το τμήμα χάντμπολ του Ολυμπιακού δημιουργήθηκε σχετικά πρόσφατα, όμως κατάφερε πολύ γρήγορα να πρωταγωνιστήσει. Πού το αποδίδεις;
«Θεωρώ ότι ο Ερασιτέχνης Ολυμπιακός διαθέτει ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να χτίζουν και να διαχειρίζονται επιτυχημένα τμήματα. Αυτό φαίνεται και από τις διακρίσεις που υπάρχουν σε όλα τα αθλήματα του συλλόγου.
Υπάρχει στήριξη, υπάρχει οργάνωση και φυσικά η οικονομική δυνατότητα να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες. Όλα αυτά συνδυάστηκαν σωστά και έφεραν τα αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα».

Ακόμα σκέφτομαι τον χαμένο ευρωπαϊκό τελικό. Είναι κάτι που συνεχίζω να κουβαλάω
Από όλες τις σειρές αγώνων που έχεις δώσει με τον Ολυμπιακό, ποια θεωρείς την πιο δύσκολη και ποια ήταν η πιο δύσκολη σεζόν συνολικά;
«Η πιο δύσκολη σειρά ήταν εκείνη απέναντι στην ΑΕΚ πριν από τρεις περίπου σεζόν, όταν ηττηθήκαμε με 3-2.
Η ΑΕΚ εκείνης της περιόδου διέθετε μια εξαιρετικά ποιοτική ομάδα, με μεγάλα ονόματα και σημαντική εμπειρία. Ήταν ίσως η πιο απαιτητική σειρά που έχω ζήσει στην Ελλάδα.
Η αμέσως επόμενη χρονιά ήταν επίσης ιδιαίτερα δύσκολη, αλλά για διαφορετικούς λόγους.
Είχαμε φτάσει μέχρι τον τελικό του European Cup και χάσαμε ουσιαστικά στις λεπτομέρειες. Ψυχολογικά ήταν πολύ δύσκολο να το διαχειριστούμε.
Ταυτόχρονα είχαμε μπροστά μας τους τελικούς του πρωταθλήματος, όπου θεωρητικά ήμασταν το φαβορί. Η πίεση ήταν μεγάλη, η κούραση ακόμη μεγαλύτερη και όλοι κουβαλούσαμε το βάρος της απώλειας του ευρωπαϊκού τίτλου.
Θυμάμαι ότι εκείνη τη σεζόν είχαμε φτάσει να αγωνιστούμε σε περισσότερα από 60 παιχνίδια. Ήταν μια πραγματικά εξαντλητική χρονιά».
Πόσο δύσκολο είναι για έναν αθλητή να διαχειριστεί έναν χαμένο ευρωπαϊκό τελικό;
«Πολύ δύσκολο. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμη το σκέφτομαι αρκετές φορές. Είναι ίσως το μοναδικό πραγματικό παράπονο που έχω μέχρι σήμερα στην καριέρα μου.
Σαν σύλλογος το διαχειριστήκαμε σωστά. Δεν υπήρξε πίεση ή απογοήτευση από τη διοίκηση. Αντιθέτως, δεχθήκαμε συγχαρητήρια για την πορεία μας μέχρι τον τελικό.
Ωστόσο, σαν αθλητής, όταν φτάνεις τόσο κοντά σε έναν ευρωπαϊκό τίτλο και δεν τα καταφέρνεις, μένει πάντα μια πικρία μέσα σου. Είναι κάτι που εξακολουθώ να κουβαλάω».
Μετά από εκείνη την περίοδο που ανέφερες με την ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός κατέκτησε τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα. Τι άλλαξε;
«Θεωρώ ότι κάθε χρόνο γινόμαστε καλύτεροι.
Υπάρχει συνεχής βελτίωση στις εγκαταστάσεις, στην οργάνωση και γενικότερα στον τρόπο λειτουργίας του τμήματος. Για παράδειγμα, η δημιουργία νέων χώρων εκγύμνασης στο ΣΕΦ έκανε πιο εύκολη την καθημερινότητα των αθλητών.
Όταν ένας σύλλογος επενδύει σταθερά και οργανωμένα, αυτό αποτυπώνεται και μέσα στο γήπεδο».
Ποιος είναι ο πιο ιδιαίτερος χαρακτήρας στα αποδυτήρια;
«Δεν θα έλεγα ότι έχουμε κάποιον πραγματικά «τρελό» χαρακτήρα.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον, θα έλεγα τον Πέτρο Κανδύλα. Έχει μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, πάντα με την καλή έννοια, και θεωρώ ότι είναι ένας εξαιρετικός αρχηγός.
Από την άλλη, ο πιο ήρεμος άνθρωπος στην ομάδα είναι πιθανότατα ο Νίκος Πασσιάς. Είναι εντυπωσιακό γιατί μέσα στο γήπεδο βγάζει τεράστια ένταση και πάθος, όμως εκτός αγωνιστικού χώρου είναι ένας από τους πιο ήρεμους ανθρώπους που θα συναντήσεις».

Χαίρομαι που αυτός ο κύκλος έκλεισε όμορφα, με επιτυχίες και όμορφες αναμνήσεις και επιστρέφω στο εξωτερικό για ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα μου
Μετά από τόσα χρόνια στον Ολυμπιακό, τι σε οδήγησε στην απόφαση να αποχωρήσεις;
«Ήταν ένας συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που με έκανε να πάρω αυτή την απόφαση. Απλώς ένιωσα ότι έκλεισε ένας κύκλος.
Ύστερα από τόσα χρόνια σε μια ομάδα, πολλές φορές αισθάνεσαι ότι έχει έρθει η στιγμή για μια νέα πρόκληση. Αυτό συνέβη και στη δική μου περίπτωση.
Χαίρομαι που αυτός ο κύκλος έκλεισε όμορφα, με επιτυχίες και όμορφες αναμνήσεις και επιστρέφω στο εξωτερικό για ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα μου».
Πάμε τώρα στην ιστορική πρόκριση της Εθνικής Ελλάδας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Μετά από 22 χρόνια η χώρα επιστρέφει στη διοργάνωση. Τι πιστεύεις ότι έλειπε τα προηγούμενα χρόνια;
«Δεν θεωρώ ότι έλειπε κάτι συγκεκριμένο.
Θα έλεγα πως αυτή η πρόκριση ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που χτιζόταν εδώ και πολλά χρόνια. Υπήρξαν αθλητές που σήμερα έχουν σταματήσει από την Εθνική ομάδα και οι οποίοι έβαλαν τα θεμέλια για να φτάσει η ομάδα σε αυτό το επίπεδο.
Παράλληλα, ήρθαν νεότεροι παίκτες με ταλέντο και προοπτική, οι οποίοι χρειάζονταν χρόνο, εμπειρίες και παραστάσεις από σημαντικά παιχνίδια για να ωριμάσουν.
Όλα αυτά τα χρόνια η Εθνική έκανε σταθερά βήματα προς τα εμπρός. Αυτή η πρόκριση δεν ήρθε ξαφνικά. Ήταν το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πολλών ετών που κάποια στιγμή δικαιώθηκε.
θεωρώ ότι υπάρχει πρόοδος. Υπάρχουν αρκετοί νέοι και ταλαντούχοι Έλληνες αθλητές, ενώ βλέπουμε συνολικά το επίπεδο να ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο.
Σε αυτό έχουν συμβάλει και οι ομάδες που επενδύουν στο άθλημα. Ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ και άλλοι σύλλογοι βοήθησαν σημαντικά στην αναβάθμιση του πρωταθλήματος, τόσο με Έλληνες όσο και με ξένους αθλητές υψηλού επιπέδου.
Φυσικά υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν, αλλά θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε καλύτερο σημείο από ό,τι πριν από μερικά χρόνια».
Ελπίζω πραγματικά η πρόκριση στο Παγκόσμιο να λειτουργήσει ως αφετηρία για κάτι ακόμη μεγαλύτερο
Πιστεύεις ότι τέτοιες επιτυχίες μπορούν να αλλάξουν το μέλλον του αθλήματος στην Ελλάδα;
«Θέλω να πιστεύω πως ναι. Σίγουρα είναι ένα μεγάλο βήμα για τους Έλληνες αθλητές και για τη συνολική εικόνα του αθλήματος. Ελπίζω ότι η επιτυχία αυτή θα αποτελέσει αφορμή ώστε οι ομάδες, η ομοσπονδία αλλά και η Πολιτεία να επενδύσουν ακόμη περισσότερο στο χάντμπολ.
Είναι ένα άθλημα που έχει πολλά να προσφέρει, τόσο ως θέαμα όσο και ως μέσο ανάπτυξης νέων αθλητών. Ελπίζω πραγματικά η πρόκριση στο Παγκόσμιο να λειτουργήσει ως αφετηρία για κάτι ακόμη μεγαλύτερο.
Πού θεωρείς ότι κρίθηκε η πρόκριση απέναντι στην Ολλανδία;
«Θεωρώ ότι το πιο κομβικό σημείο ήταν το πρώτο παιχνίδι στη Χαλκίδα.
Σε εκείνο το ματς βρεθήκαμε να χάνουμε με πέντε γκολ διαφορά, όμως καταφέραμε να αντιδράσουμε και να μειώσουμε στο τέλος στα δύο γκολ.
Αυτό άλλαξε εντελώς τα δεδομένα της πρόκρισης. Μας έδωσε αυτοπεποίθηση, γιατί καταλάβαμε ότι μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια μια ομάδα όπως η Ολλανδία, αλλά ταυτόχρονα μετέφερε και μεγάλη πίεση στους αντιπάλους μας.
Από εκείνο το σημείο και μετά αρχίσαμε να πιστεύουμε πραγματικά ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε».
Τα χρόνια που ταξίδευα καθημερινά από τη Βέροια στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ δύσκολα. Έφευγα από το σπίτι μου στις τρεις το μεσημέρι και επέστρεφα λίγο πριν τα μεσάνυχτα με το τελευταίο ΚΤΕΛ.
Ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία που έχεις κάνει για το χάντμπολ;
«Χωρίς δεύτερη σκέψη, τα χρόνια που ταξίδευα καθημερινά από τη Βέροια στη Θεσσαλονίκη.
Για πέντε συνεχόμενα χρόνια έφευγα από το σπίτι μου στις τρεις το μεσημέρι και επέστρεφα λίγο πριν τα μεσάνυχτα με το τελευταίο ΚΤΕΛ.
Κι όλα αυτά ενώ παράλληλα σπούδαζα, προπονούμουν και προσπαθούσα να έχω μια φυσιολογική φοιτητική ζωή.
Ήταν μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδος, όμως σήμερα θεωρώ ότι άξιζε κάθε θυσία».
Πώς κατάφερες να συνδυάσεις σπουδές και πρωταθλητισμό;
«Με πολύ καλό προγραμματισμό. Είμαι άνθρωπος που λειτουργεί με πρόγραμμα και χωρίς αυτό δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω. Όταν έχεις τόσες υποχρεώσεις, πρέπει να οργανώνεις τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να θυσιάσω τη διασκέδαση ή να αφήσω λίγο πίσω τις σπουδές μου. Μάλιστα, εξαιτίας του χάντμπολ χρειάστηκα έναν χρόνο παραπάνω για να ολοκληρώσω το πανεπιστήμιο.
Όμως ήξερα τι ήθελα να κάνω και ήμουν διατεθειμένος να πληρώσω το τίμημα».
Παράλληλα εργαζόσουν κιόλας. Πόσο δύσκολο ήταν αυτό;
«Ήταν πολύ δύσκολο. Στάθηκα όμως τυχερός γιατί είχα έναν εργοδότη που κατανοούσε πλήρως τις απαιτήσεις του αθλητισμού και ήταν εξαιρετικά ευέλικτος.
Αν δεν υπήρχε αυτή η κατανόηση, θεωρώ ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατο να συνδυάσω δουλειά, Ολυμπιακό και Εθνική ομάδα. Οι προπονήσεις, τα ταξίδια και οι αγώνες στο εξωτερικό απαιτούν τεράστιο χρόνο και ενέργεια».
Όταν θέλεις να αποφορτιστείς λίγο από το χάντμπολ, τι άλλες ασχολίες έχεις;
«Είμαι αρκετά σπιτόγατος άνθρωπος. Μου αρέσει να βλέπω ταινίες, να χαλαρώνω στο σπίτι και να περνάω ήρεμα τον χρόνο μου. Δεν είμαι ιδιαίτερα της έντονης διασκέδασης.
Επίσης αγαπώ το καλό φαγητό. Μια έξοδος σε ένα καλό εστιατόριο είναι από τα πράγματα που απολαμβάνω περισσότερο».
Αγαπημένη ταινία;
«Το Braveheart. Χωρίς δεύτερη σκέψη».
Αν μπορούσες να ξαναζήσεις ένα παιχνίδι της καριέρας σου, ποιο θα ήταν;
«Ο τελικός του European Cup, αλλά αυτή τη φορά θα ήθελα να τον κερδίσω.
Και από την άλλη, θα ήθελα να ξαναζήσω το παιχνίδι με την Ολλανδία για να νιώσω ξανά όλα όσα νιώσαμε μετά την πρόκριση στο Παγκόσμιο.
Το ένα για να αλλάξω το τέλος του και το άλλο για να ξαναζήσω το συναίσθημα».

Θέλω να συνεχίσω να διεκδικώ τίτλους και να ζω επιτυχίες μέσα από το χάντμπολ, παράλληλα όμως σκέφτομαι το «μετά»
Ποιοι είναι οι στόχοι σου για τα επόμενα χρόνια;
«Θέλω να συνεχίσω να διεκδικώ τίτλους και να ζω επιτυχίες μέσα από το χάντμπολ.
Με την Εθνική ομάδα θέλω να συνεχίσω να συμμετέχω σε μεγάλες διοργανώσεις και να πετυχαίνουμε σημαντικά πράγματα.
Παράλληλα, όμως, έχω αρχίσει να σκέφτομαι και το επόμενο βήμα της ζωής μου. Είμαι πλέον 32 ετών, συνεχίζω να αγωνίζομαι σε υψηλό επίπεδο, αλλά ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει και το «μετά». Γι’ αυτό και κάνω ήδη μεταπτυχιακές σπουδές, προετοιμάζοντας το επόμενο κεφάλαιο της ζωής μου».
Κλείνοντας, ποια συμβουλή θα έδινες σε ένα παιδί που θέλει να ξεκινήσει χάντμπολ;
«Να κυνηγήσει το όνειρό του μέχρι τέλους. Το χάντμπολ μπορεί να προσφέρει σε ένα παιδί τη δυνατότητα να γίνει επαγγελματίας αθλητής ίσως πιο εύκολα απ’ ό,τι άλλα δημοφιλή αθλήματα.
Το σημαντικότερο όμως είναι να μην τα παρατήσει όταν βρει δυσκολίες μπροστά του. Ο χαρακτήρας, η επιμονή και η πίστη στον στόχο είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά.
Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που πέτυχαν στον αθλητισμό, σε οποιοδήποτε επίπεδο, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν εγκατέλειψαν ποτέ την προσπάθεια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα που μου έχει δώσει το χάντμπολ».

