Η Αθήνα φιλοξενεί το Final Four της EuroLeague και στον πρώτο ημιτελικό έρχεται αντιμέτωπος ο Ολυμπιακός με την Φενέρμπαχτσε, σε μία πραγματική σύγκρουση φιλοσοφιών. Από τη μία, η πιο αποτελεσματική επίθεση της διοργάνωσης ανά κατοχή· από την άλλη, η καλύτερη άμυνα της διοργάνωσης, μία ομάδα που βασίζεται στο ατομικό ταλέντο των χειριστών της και στην ικανότητά της να “σπάει” τις άμυνες μέσα από Pick n Roll και isolation.

Οι δύο ομάδες γνωρίζονται εξαιρετικά καλά, έχουν ήδη μοιραστεί νίκες φέτος ( η Φενέρ επικράτησε 88-80 στην Κωνσταντινούπολη και ο Ολυμπιακός 104-87 στο ΣΕΦ) και διαθέτουν τελείως διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης στο μισό γήπεδο. Αυτό ακριβώς κάνει το matchup τόσο ενδιαφέρον.
Η επίθεση των δύο ομάδων: κυκλοφορία και spacing απέναντι σε isolation και Pick n Roll
Η Φενέρμπαχτσε επιτίθεται με έναν πολύ ξεκάθαρο τρόπο. Το 26% των κατοχών της καταλήγει σε Pick n Roll καταστάσεις, το 11% σε Catch and Shoot και το 8% σε Catch and Drive. Αυτά τα νούμερα δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ομάδα του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους βασίζεται υπερβολικά πολύ στους χειριστές της μπάλας.
Οι δύο μεγάλοι εκφραστές αυτής της λογικής είναι ο Γουέιντ Μπόλντγουιν και ο Χόρτον-Τάκερ. Ο Μπόλνγουιν λειτουργεί ως βασικός creator, παίζοντας συνεχώς πάνω στο Pick n Roll, δημιουργώντας είτε για τον εαυτό του είτε για τους spot-up σουτέρ της περιφέρειας. Στη φετινή EuroLeague μετρά υψηλή δημιουργία και usage, αποτελώντας ουσιαστικά τον “εγκέφαλο” της τουρκικής επίθεσης.
Από την άλλη, ο Τάκερ είναι η απόλυτη iso απειλή. Πρόκειται για έναν guard με NBA-level φυσική κατάσταση, εκρηκτικό πρώτο βήμα και τρομερή ικανότητα να τελειώνει φάσεις μέσα στο ζωγραφιστό. Στα μεγάλα παιχνίδια της χρονιάς ήταν καθοριστικός, είτε απέναντι στη Ζάλγκιρις είτε απέναντι στον ίδιο τον Ολυμπιακό.
Αντίθετα, οι «ερυθρόλευκοι» παραμένουν πιστοί στη φιλοσοφία του Γιώργου Μπαρτζώκα. Οι Πειραιώτες επιλέγουν το 21% των κατοχών τους να καταλήγει σε Catch and Shoot καταστάσεις, το 15% σε Pick n Roll και το 10% σε transition παιχνίδι. Αυτό σημαίνει πως η ελληνική ομάδα θέλει να σκοράρει κυρίως μέσα από κυκλοφορία μπάλας, έξτρα πάσα και δημιουργία πλεονεκτημάτων μέσω spacing.
Ο Εβάν Φουρνιέ και ο Τάιλερ Ντότσεϊ αποτελούν τους βασικούς εκφραστές του Pick n Roll παιχνιδιού, όμως ο Ολυμπιακός δεν ζει αποκλειστικά από αυτό. Αντιθέτως, προσπαθεί να “σπάσει” την άμυνα με συνεχείς μετατοπίσεις και weak side δράσεις, αναζητώντας το ελεύθερο σουτ ή το close-out attack, σε ένα στυλ παιχνιδιού που κυριαρχεί ο Σάσα Βεζένκοφ.
Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο είναι το transition. Η Φενέρ δεν είναι ομάδα που τρέχει ιδιαίτερα στο ανοιχτό γήπεδο και δεν αισθάνεται άνετα όταν ο ρυθμός ανεβαίνει. Επομένως, ο Ολυμπιακός οφείλει να χτυπήσει εκεί. Οι εύκολοι πόντοι στον αιφνιδιασμό μπορούν να αλλάξουν όλη τη δυναμική του αγώνα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο παιχνίδι του ΣΕΦ, όπου οι Πειραιώτες επικράτησαν με 104-87, ο ρυθμός ανέβηκε σημαντικά στο δεύτερο ημίχρονο και η Φενέρ αδυνατούσε να ακολουθήσει την ένταση του αγώνα.
Η μάχη των ψηλών: το μεγάλο πλεονέκτημα του Ολυμπιακού
Εδώ ίσως βρίσκεται και το πιο καθοριστικό τακτικό πλεονέκτημα του ημιτελικού.
Ο Ολυμπιακός διαθέτει πραγματικό μέγεθος και δύναμη στη θέση “5” με τους Νίκολα Μιλουτίνοφ, Ταϊρίκ Τζόουνς και Ντόντα Χολ. Και οι τρεις μπορούν να τελειώσουν φάσεις κοντά στο καλάθι, να επιβληθούν στο low post και να δημιουργήσουν πρόβλημα στη front line της Φενέρ.
Απέναντί τους, η τουρκική ομάδα διαθέτει τον Κεμ Μπιρτς αλλά και τον Νικολό Μέλι, ο οποίος ουσιαστικά είναι φυσικό “4άρι” που χρησιμοποιείται ως stretch-5.
Αυτό σημαίνει πως ο Ολυμπιακός πρέπει να επιτεθεί στο low post ξανά και ξανά. Ο Μιλουτίνοφ ειδικά μπορεί να δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα με πλάτη στο καλάθι, αναγκάζοντας τη Φενέρ να στείλει βοήθειες. Αν οι Τούρκοι αναγκαστούν να κάνουν collapse στη ρακέτα, τότε θα ανοίξουν οι γνωστές weak side συνθήκες που λατρεύει η ομάδα του Μπαρτζώκα.
Παράλληλα, η φθορά των ψηλών της Φενέρ είναι κρίσιμη. Ο Μπιρτς δεν μπορεί να αντέξει μόνος του ένα τόσο physical παιχνίδι για 35-40 λεπτά, ενώ ο Μέλι δυσκολεύεται όταν αναγκάζεται να αμυνθεί συνεχόμενα σε post-up καταστάσεις.
Ωστόσο, ο Ιταλός παραμένει ίσως ο πιο κομβικός παίκτης της Φενέρ τακτικά. Ο Νικολό Μέλι είναι εξαιρετικός screener, “κουμπώνει” ιδανικά σε όλα τα set plays και επιτρέπει στους guards να λειτουργούν με άνεση. Επιπλέον, αποτελεί σοβαρή απειλή πίσω από τα 6.75, μετατρέποντας τη Φενέρ σε ομάδα με spacing πέντε παικτών.
Αυτό είναι το πραγματικό σημείο κινδύνου του stretch-5 παιχνιδιού. Με τον Μέλι στο “5”, η τουρκική ομάδα μπορεί να ανοίξει πλήρως το γήπεδο και να δημιουργήσει χώρους για τις διεισδύσεις των Μπαλντγουιν και Χόρτον-Τάκερ.
Χόρτον-Τάκερ, Μπιμπέροβιτς και τα forwards που μπορούν να “σκοτώσουν” τον Ολυμπιακό
Η μεγαλύτερη ατομική απειλή της Φενέρ είναι ξεκάθαρα ο Τάκερ.
Ο Αμερικανός guard είναι τρομερός στο drive. Διαθέτει σπάνια δύναμη για περιφερειακό, τελειώνει επαφές κοντά στο καλάθι και μπορεί να καταστρέψει άμυνες αλλαγών όταν βρει mismatch. Στα φετινά παιχνίδια απέναντι στον Ολυμπιακό ήταν εξαιρετικά επιδραστικός, ειδικά επιτιθέμενος στο ζωγραφιστό.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Ολυμπιακός πρέπει να επιλέξει περισσότερο Drop άμυνα αντί για συνεχείς αλλαγές. Εκεί ο ρόλος του Ντόντα Χολ γίνεται κομβικός. Ο Χολ μπορεί να λειτουργήσει ως elite rim protector, να αποτρέψει τις διεισδύσεις και να αναγκάσει τον Αμερικανό να εκτελέσει από μέση απόσταση.
Αν οι «ερυθρόλευκοι» κολλήσουν στις αλλαγές, τότε η Φενέρ θα επιδιώξει ασταμάτητα isolation καταστάσεις με Μπάλντγουιν και Τάκερ απέναντι σε πιο αργούς αμυντικούς.
Την ίδια στιγμή, απαιτείται τεράστια προσοχή στους σουτέρ της περιφέρειας.
Ο Ταρίκ Μπιμπέροβιτς πραγματοποιεί εξαιρετική σεζόν πίσω από τα 6.75, σουτάροντας περίπου με 39.5% έως και πάνω από 50% σε διαφορετικά δείγματα στατιστικών της χρονιάς. Είναι pure shooter, εξαιρετικός στο να επανατοποθετείται και αν βρει ρυθμό μπορεί να αλλάξει μόνος του ένα παιχνίδι. Στο ματς του ΣΕΦ ξεκίνησε “καυτός” με συνεχόμενα τρίποντα.
Το ίδιο ισχύει και για τον Μπόνζι Κόλσον, ο οποίος σουτάρει σχεδόν με 48.5% στο τρίποντο στη EuroLeague σύμφωνα με τα φετινά στατιστικά. Πρόκειται για έναν forward που τιμωρεί αμέσως κάθε βοήθεια στη ρακέτα.
Παράλληλα, ο Μίκαελ Γιάντουνεν αποτελεί έναν ακόμη stretch forward που μπορεί να ανοίξει το γήπεδο. Ο Φινλανδός είναι εξαιρετικός στο spot-up παιχνίδι και λειτουργεί ιδανικά μέσα στις five-out καταστάσεις του Γιασικεβίτσιους.
Επομένως, ο Ολυμπιακός χρειάζεται overplay πάνω στους shooters της weak side. Αν οι close-outs αργήσουν έστω και μισό δευτερόλεπτο, η Φενέρ διαθέτει αρκετούς παίκτες που μπορούν να “τιμωρήσουν” την άμυνα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη EuroLeague (@euroleague)
Ο “X-Factor” Κόρι Τζόσεφ και το μεγάλο δίλημμα της 12άδας
Πριν από τη συνολική αποτίμηση του ημιτελικού, υπάρχει ένας παράγοντας που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για τον Ολυμπιακό: ο Κόρι Τζόσεφ.
Ο έμπειρος Καναδός guard ίσως να μην τραβά τα φώτα της δημοσιότητας όσο οι Φουρνιέ, Βεζένκοφ ή Ντόρσεϊ, όμως στα παιχνίδια απέναντι στη Μονακό απέδειξε γιατί αποκτήθηκε. Η εμπειρία του από το NBA, το υψηλό μπασκετικό IQ και κυρίως η ικανότητά του να διαβάζει άψογα τον ρυθμό του αγώνα έδωσαν άλλη διάσταση στο παιχνίδι των «ερυθρόλευκων».
Ο Τζόσεφ λειτούργησε σαν stabilizer στην περιφέρεια. Σε στιγμές πίεσης πήρε σωστές αποφάσεις, περιόρισε τα λάθη και βοήθησε τον Ολυμπιακό να οργανώσει αποτελεσματικά το transition παιχνίδι του. Παράλληλα, το αξιόπιστο spot-up τρίποντό του ανάγκασε τις άμυνες να τον σεβαστούν μακριά από τη μπάλα, ανοίγοντας ακόμη περισσότερο χώρους για τους δημιουργούς της ομάδας.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό απέναντι στη Φενέρ. Η τουρκική ομάδα θα επιχειρήσει να πιέσει πάνω στη δημιουργία των Φουρνιέ και Ντόρσεϊ, επομένως η παρουσία ενός guard που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως δευτερεύον δημιουργός όσο και ως ψύχραιμος παίκτης ικανός να παίρνει σημαντικές αποφάσεις αποκτά τεράστια σημασία.
Σε ένα παιχνίδι που πιθανότατα θα κριθεί στις λεπτομέρειες, ο Τζόσεφ μπορεί να εξελιχθεί στον “παίκτη-κλειδί” του ημιτελικού. Όχι απαραίτητα μέσω του σκοραρίσματος, αλλά μέσω της συνολικής του επιρροής στον έλεγχο του ρυθμού, στις σωστές αποστάσεις στην επίθεση και στη διαχείριση των κρίσιμων κατοχών.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το μεγάλο δίλημμα του Γιώργου Μπαρτζώκα σχετικά με την τελευταία θέση της 12άδας ανάμεσα στους Φρανκ Νιλικίνα και Σακίλ ΜακΚίσικ.
Ο Νιλικίνα αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για ειδική αμυντική αποστολή. Το μέγεθος, τα μακριά άκρα και η ικανότητά του να αμύνεται πάνω στη μπάλα μπορούν να φανούν εξαιρετικά χρήσιμα απέναντι στους Μπάλντγουιν και Τάκερ. Πρόκειται για guard που μπορεί να αλλάξει ισορροπίες αμυντικά, πιέζοντας την πρώτη γραμμή δημιουργίας της Φενέρ και δυσκολεύοντας την ανάπτυξη Pick n Roll καταστάσεων.
Από την άλλη πλευρά, ο ΜακΚίσικ είναι ένας καθαρός game changer. Ίσως ο μοναδικός παίκτης του ρόστερ που μπορεί να αλλάξει τον ρυθμό ενός αγώνα μέσα σε δύο λεπτά. Η εκρηκτικότητά του στο ανοιχτό γήπεδο, η ικανότητά του να επιτίθεται στο close-out και να βάζει ενέργεια στο παιχνίδι αποτελούν στοιχεία που ταιριάζουν απόλυτα στο σενάριο που θέλει ο Ολυμπιακός να ανεβάζει τον αριθμό των κατοχών.
Το δίλημμα επομένως είναι ξεκάθαρο:
- περισσότερη αμυντική ισορροπία και πίεση πάνω στους creators της Φενέρ με τον Νιλικίνα,
ή - περισσότερη ένταση, transition παιχνίδι και απρόβλεπτο επιθετικό ταλέντο με τον ΜακΚίσικ.
Και ίσως αυτή ακριβώς η απόφαση να αποδειχθεί μία από τις πιο κρίσιμες λεπτομέρειες του ημιτελικού της Αθήνας.
Τι πρέπει να κάνει ο Ολυμπιακός για να προκριθεί στον τελικό
Ο ημιτελικός αυτός μοιάζει να κρίνεται σε τέσσερις βασικούς άξονες:
1. Να μη “κολλήσει” στις αλλαγές
Η Φενέρ λατρεύει να επιτίθεται απέναντι σε άμυνα με αλλαγές. Οι Μπάλντγουιν και Χόρτον Τάκερ ψάχνουν συνεχώς mismatch καταστάσεις και isolation επιθέσεις. Ο Ολυμπιακός χρειάζεται πιο συντηρητική προσέγγιση με drop κάλυψη και έλεγχο της ρακέτας.
2. Να περιορίσει τη δημιουργία από Pick n Roll και isolation
Αν η περιφερειακή δημιουργία της Φενέρ περιοριστεί, τότε η τουρκική ομάδα χάνει μεγάλο μέρος της επιθετικής της ταυτότητας. Ο Μπάλντγουιν είναι ο «κινητήρας» και ο Τάκερ ο «εκτελεστής». Αν αποκοπούν από τον ρυθμό τους, η επίθεση της Φενέρ γίνεται πολύ πιο στατική.
3. Να χτυπήσει στο low post
Ο Ολυμπιακός έχει ξεκάθαρο πλεονέκτημα σε μέγεθος. Οι Μιλουτίνοφ, Τάιρικ Τζόουνς και Hall πρέπει να πάρουν μπάλες κοντά στο καλάθι ώστε να δημιουργήσουν φθορά και εύκολους πόντους.
4. Να βρει πόντους στο transition
Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό σημείο του αγώνα. Ο Ολυμπιακός διαθέτει την καλύτερη επίθεση της διοργάνωσης ανά κατοχή, ενώ η Φενέρ βασίζεται πολύ περισσότερο στο set παιχνίδι της.
Άρα, οι «ερυθρόλευκοι» δεν πρέπει να παίξουν σε χαμηλό τέμπο. Αντιθέτως, τους συμφέρει να ανεβάσουν τον αριθμό των κατοχών, να τρέξουν το γήπεδο και να μετατρέψουν τον ημιτελικό σε παιχνίδι υψηλής έντασης.
Γιατί όσο περισσότερο ανοίγει ο ρυθμός, τόσο περισσότερο το παιχνίδι πηγαίνει προς τη φιλοσοφία του Ολυμπιακού.


