Κατά γενική ομολογία ο Ολυμπιακός δεν βρίσκεται και στο καλύτερο αγωνιστικό του «φεγγάρι». Μετά την σπουδαία νίκη πρόκριση απέναντι στον Άγιαξ δεν είχε καταφέρει να κερδίσει κανέναν αγώνα εκτός από τον εξ΄αναβολής απέναντι στον Αστέρα AKTOR, ενώ μετρούσε μόλις ένα γκολ απέναντι σε ΑΕΚ, Παναθηναϊκό, Λεβαδειακό και Μπάγερ Λεβερκούζεν αντίστοιχα. Οι αναμετρήσεις απέναντι στον Πανσερραϊκό και τον ΟΦΗ μπορεί να έδωσαν μια «νότα» αισιοδοξίας, αλλά τα προβλήματα επανήλθαν απέναντι στην ΑΕΛ Novibet. Πάμε να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στην προβληματική εικόνα των Πειραιωτών και στους «μύθους» που την συνοδεύουν.
Η προβληματική δημιουργία απόρροια στόχευσης και όχι κακής εκτέλεσης
Η αγωνιστική ταυτότητα του Ολυμπιακού υπό τις οδηγίες του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ διαμορφώνεται πάνω σε ένα ξεκάθαρο, σχεδόν δογματικό πλαίσιο αρχών που δίνει προτεραιότητα στην ένταση, τη χωροταξική πειθαρχία και την αδιάκοπη πίεση. Η πίεση ξεκινά ψηλά, στο αμυντικό τρίτο του αντιπάλου, με στόχο την πρόκληση λάθους σε συνθήκες «ασφυξίας» και την άμεση επανάκτηση της κατοχής κοντά στην αντίπαλη εστία.
Κομβικό στοιχείο αποτελεί η διεκδίκηση κάθε δεύτερης μπάλας και κάθε μονομαχίας, στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται ως επιμέρους φάσεις αλλά ως δομικά συστατικά της αγωνιστικής φιλοσοφίας και στόχευσης. Για να υποστηριχθεί αυτό το επιθετικό πρέσινγκ, η αμυντική γραμμή τοποθετείται ψηλά στο γήπεδο, μειώνοντας τις αποστάσεις μεταξύ των γραμμών και αποτρέποντας τη δημιουργία κενών χώρων που θα μπορούσαν να εκτεθούν σε γρήγορες μεταβάσεις του αντιπάλου. Με την ανάκτηση της μπάλας, η στόχευση είναι η μετάβαση να είναι άμεσ: η μπάλα αναζητά γρήγορα τα άκρα ή τον φορ, πριν η αντίπαλη άμυνα οργανωθεί εκ νέου.

Όταν όμως ο αντίπαλος επιλέγει χαμηλό μπλοκ άμυνας η ανάπτυξη μεταφέρεται συχνά στα άκρα με στόχο τις επαναλαμβανόμενες σέντρες, επιχειρώντας να διασπάσει τον αντίπαλο μέσω όγκου επιθέσεων και παρουσίας στην περιοχή. Ωστόσο, ακριβώς εδώ ανακύπτει και η εγγενής δυσκολία του μοντέλου: απέναντι σε καλά οργανωμένες, συμπαγείς άμυνες, η συστηματική και καθαρή δημιουργία ευκαιριών δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Το παιχνίδι μπορεί να γίνει προβλέψιμο ή να εγκλωβιστεί σε στατικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα η τελική υπέρβαση να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ατομικό ταλέντο, την έμπνευση και την ποιότητα εκτέλεσης των επιθετικών παικτών, οι οποίοι καλούνται να “ξεκλειδώσουν” κλειστές άμυνες μέσα από προσωπικές ενέργειες, απρόβλεπτες κινήσεις και στιγμές ποδοσφαιρικής κλάσης.
Τέλος αυτή κατάσταση μπορεί να ενταθεί όταν η αντίπαλη ομάδα προηγηθεί στο σκορ καθώς τότε γίνεται ακόμα ευκολότερη η εφαρμογή του χαμηλού μπλοκ που εγκλωβίζει τους «ερυθρόλευκους».
Η κακή δόμηση του ρόστερ
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η προβληματική δόμηση του ρόστερ από το περασμένο καλοκαίρι, η οποία έχει επηρεάσει άμεσα την αγωνιστική λειτουργία του Ολυμπιακού. Η αποχώρηση του Κωστούλας για την Μπράιτον άφησε ένα σημαντικό κενό που ουδέποτε καλύφθηκε επαρκώς, καθώς κανείς από το υπάρχον ρόστερ δεν μπόρεσε να προσφέρει τον ίδιο συνδυασμό έντασης, ταχύτητας και συνεχούς πίεσης που αποτελούσε βασικό στοιχείο του παιχνιδιού. Την ίδια στιγμή, η απουσία ενός τρίτου στόπερ υψηλού επιπέδου αποδείχθηκε κομβική σε μια απαιτητική σεζόν με υποχρεώσεις στη League Phase του UEFA Champions League, όπου το βάθος και η ποιότητα στις θέσεις της άμυνας είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της σταθερότητας. Επιπλέον, στα αριστερά της άμυνας δεν πραγματοποιήθηκε η αναγκαία αναβάθμιση, με αποτέλεσμα η ομάδα να στερείται τόσο αμυντικής ασφάλειας όσο και επιθετικής συνεισφοράς από τη συγκεκριμένη πλευρά. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια εικόνα ανομοιογένειας και ελλιπούς ισορροπίας στο ρόστερ, που σε συνδυασμό με τις υψηλές απαιτήσεις του αγωνιστικού πλάνου, καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη τη διατήρηση σταθερής απόδοσης σε όλη τη διάρκεια της σεζόν.
Η επιτακτική ανάγκη για ένταση και η κακή ατομική κατάσταση των παικτών
Η συγκεκριμένη αγωνιστική προσέγγιση του Ολυμπιακού, όπως εφαρμόζεται από τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ, εμπεριέχει ωστόσο μια δομική –και εν πολλοίς μοιραία– αδυναμία, που σχετίζεται άμεσα με τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομείται: την ανάγκη για διαρκώς υψηλή ένταση, απόλυτη προσήλωση στις μονομαχίες και ακαριαία εκτέλεση σε κάθε φάση του παιχνιδιού. Πρόκειται για ένα μοντέλο που δεν “συγχωρεί” πτώσεις ρυθμού ούτε ατομικές υστερήσεις στη φυσική κατάσταση, δημιουργώντας έτσι μια έντονη εξάρτηση από την αγωνιστική και βιολογική ετοιμότητα των ποδοσφαιριστών. Τα ίδια τα δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την πραγματικότητα: σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ομάδα καταγράφει μόλις 46,1% κατοχή και 77,6% ακρίβεια πάσας, στοιχεία που υποδηλώνουν ένα παιχνίδι χαμηλής κυκλοφορίας και υψηλής έντασης στις μεταβάσεις, ενώ παράλληλα φτάνει τις 45 ανακτήσεις μπάλας ανά αγώνα, δείγμα της έντονης πίεσης και των συνεχών διεκδικήσεων. Την ίδια στιγμή, οι 22,9 επιτυχημένες επεμβάσεις και το υψηλό ποσοστό κερδισμένων μονομαχιών (62,5%) επιβεβαιώνουν ότι η φιλοσοφία βασίζεται στην επιβολή μέσω φυσικής δύναμης και έντασης.

Ωστόσο, αυτή η συνεχής απαίτηση για ένταση έχει άμεσο κόστος. Σε περιόδους επιβαρυμένου προγράμματος, με συνεχόμενα παιχνίδια υψηλού επιπέδου όπως το UEFA Champions League, η καταπόνηση αποτυπώνεται και αριθμητικά: η παραγωγή περιορίζεται σε περίπου 1 γκολ ανά αγώνα, ενώ οι καθαρές μεγάλες ευκαιρίες είναι ελάχιστες (μόλις 2 συνολικά στη διοργάνωση σε συγκεκριμένο δείγμα αγώνων), γεγονός που καταδεικνύει τη δυσκολία δημιουργίας σε συνθήκες κόπωσης. , αν και η ομάδα επιχειρεί μεγάλο όγκο επιθέσεων (έως και 128,9 ανά παιχνίδι) και καταφεύγει συστηματικά στις σέντρες (25,8 ανά αγώνα, από τις υψηλότερες επιδόσεις), η αποτελεσματικότητα παραμένει περιορισμένη, καθώς η ποιότητα εκτέλεσης δεν συμβαδίζει πάντα με την ποσότητα.
Όταν, δε, κομβικοί επιθετικοί παίκτες –όπως οι Αγιούμπ Ελ Κααμπί, Ντάνιελ Ποντένσε και Μεχντί Ταρέμι– βρίσκονται εκτός φόρμας ή επηρεασμένοι από τη συσσωρευμένη κόπωση, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο. Η ομάδα μπορεί να παράγει πολλές επιθέσεις και να φτάνει συχνά στο τελευταίο τρίτο (πάνω από 100 εισόδους σε επικίνδυνες ζώνες), αλλά η τελική απόφαση και η εκτέλεση υστερούν, οδηγώντας σε χαμηλή αναλογία γκολ σε σχέση με τα xG (1.70 xG αλλά μόλις 1.4 γκολ ανά αγώνα). Έτσι, το παιχνίδι του Ολυμπιακού καταλήγει να γίνεται προβλέψιμο και μηχανικό, εγκλωβισμένο ανάμεσα στην ένταση και την επανάληψη συγκεκριμένων μοτίβων. Η έλλειψη φρεσκάδας μεταφράζεται σε έλλειψη φαντασίας, με την ομάδα να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από μεμονωμένες εμπνεύσεις αντί για συλλογικά, δημιουργικά patterns, γεγονός που αναδεικνύει το βασικό όριο ενός κατά τα άλλα σαφώς δομημένου και απαιτητικού αγωνιστικού μοντέλου.
Το διάβασμα των αντιπάλων και η «κακοδαιμονία» στα ντέρμπι
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στα αποτελέσματα των «ερυθρολεύκων» στα ντέρμπι, εκεί όπου η προσαρμοστικότητα και η τακτική ευελιξία δοκιμάζονται στο έπακρο. Απέναντι στην ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός μετρά μόλις μία νίκη –το 2-0 του Οκτωβρίου– ενώ στα υπόλοιπα παιχνίδια έχει γνωρίσει δύο ήττες και έχει παραχωρήσει τρεις ισοπαλίες, μια επίδοση που καταδεικνύει τη δυσκολία επιβολής απέναντι σε έναν αντίπαλο που έχει «διαβάσει» σε βάθος το αγωνιστικό του μοντέλο. Οι αντίπαλοι πλέον προσεγγίζουν τα παιχνίδια με ξεκάθαρη στόχευση στην εξουδετέρωση των βασικών αξόνων του πλάνου του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ: χαμηλά μέτρα στο γήπεδο, περιορισμός των χώρων ανάμεσα στις γραμμές και ελεγχόμενη διαχείριση του ρυθμού ώστε να «σπάσει» η ένταση που επιχειρεί να επιβάλει ο Ολυμπιακός.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με την περασμένη σεζόν, όταν το ίδιο αγωνιστικό σχέδιο είχε αιφνιδιάσει πλήρως τον ανταγωνισμό, διαλύοντας τις αντίπαλες άμυνες με εντυπωσιακά σκορ – από τέσσερα έως και έξι γκολ – χάρη στην αδυναμία προσαρμογής των υπολοίπων διεκδικητών. Σήμερα, όμως, η επανάληψη των ίδιων μοτίβων έχει οδηγήσει σε ένα βαθμό προβλεψιμότητας: οι «Πειραιώτες» κυκλοφορούν τη μπάλα χωρίς ουσιαστική διείσδυση, καταφεύγουν μαζικά στις σέντρες και αδυνατούν να επιβληθούν στον ρυθμό όταν η ένταση πέφτει έστω και ελαφρώς. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονότονο παιχνίδι κατοχής, χωρίς δημιουργική ποικιλία και με περιορισμένες λύσεις απέναντι σε οργανωμένες άμυνες. Όταν, δε, δεν μπορούν να κερδίσουν τη μάχη της έντασης –που αποτελεί και το βασικό τους «όπλο»– η αποστολή των αντιπάλων απλοποιείται σημαντικά, καθώς αρκεί η σωστή τοποθέτηση και η πειθαρχία για να εξουδετερωθεί ένα σύστημα που, αν και αποτελεσματικό υπό ιδανικές συνθήκες, δείχνει πλέον ευάλωτο στην τακτική προσαρμογή και την επανάληψη.
Το άστρο βελτίωσης απέναντι στον ΟΦΗ και το ερωτηματικό της συνέπειας
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη εικόνα απέναντι στον ΟΦΗ αφήνει περιθώρια συγκρατημένης αισιοδοξίας για τον Ολυμπιακός, καθώς καταγράφηκαν σαφή σημάδια αγωνιστικής προσαρμογής και ατομικής ανάκαμψης κομβικών μονάδων. Η παρουσία του Νασιμέντο στον άξονα προσέδωσε μεγαλύτερη ισορροπία στην κυκλοφορία και κυρίως καλύτερη διαχείριση του ρυθμού, επιτρέποντας στην ομάδα να αποφύγει τη βιασύνη που χαρακτήριζε προηγούμενες εμφανίσεις. Την ίδια στιγμή, ο Ζέλσον Μάρτινς εμφανίστηκε σε εξαιρετική κατάσταση, δίνοντας πλάτος αλλά και απρόβλεπτο στοιχείο στο ένας εναντίον ενός, στοιχείο που έλειπε έντονα το προηγούμενο διάστημα. Καθοριστική ήταν και η εικόνα του Αγιούμπ Ελ Κααμπί, ο οποίος δείχνει να βρίσκεται στην καλύτερη φάση του μετά το Africa Cup of Nations, εμφανώς ενισχυμένος ψυχολογικά τόσο από τις πρόσφατες αγωνιστικές του παραστάσεις όσο και από την ανανέωση του συμβολαίου του, γεγονός που αποτυπώθηκε στην κινητικότητα, την αυτοπεποίθηση και την αποτελεσματικότητά του στο τελευταίο τρίτο.
Το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις ατομικές επιδόσεις, αλλά αφορά τη συνολική προσπάθεια διαφοροποίησης του επιθετικού μοντέλου. Οι «ερυθρόλευκοι» επιχείρησαν περισσότερους συνδυασμούς με τη μπάλα στο έδαφος, αναζητώντας συνεργασίες σε μικρούς χώρους αντί της μονοδιάστατης προσέγγισης με διαρκείς σέντρες. Η κυκλοφορία έγινε πιο υπομονετική και στοχευμένη, με καλύτερη αξιοποίηση των μεσοδιαστημάτων και πιο ορθολογική ανάπτυξη, στοιχείο που επέτρεψε τη δημιουργία πιο «καθαρών» επιθετικών καταστάσεων. Παράλληλα, η εμφανής ατομική βελτίωση βασικών παικτών επανέφερε ένα στοιχείο φρεσκάδας και δημιουργικότητας στο παιχνίδι, περιορίζοντας –έστω και σε πρώτο επίπεδο– την προβλεψιμότητα που είχε εγκατασταθεί το προηγούμενο διάστημα. Αν αυτή η τάση αποκτήσει διάρκεια, τότε το σύνολο του Μεντιλίμπαρ μπορεί να εξελιχθεί σε μια πιο πολυδιάστατη και λιγότερο εξαρτημένη από την ένταση εκδοχή του εαυτού του.
Η σύνοψη και οι απαντήσεις που θα έρθουν σύντομα…
Συνοψίζοντας, το αγωνιστικό πλάνο του Ολυμπιακού διατηρεί σαφή αποτελεσματικότητα στο αμυντικό σκέλος, καθώς η ένταση, η συνοχή των γραμμών και η επιθετική άμυνα καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο για οποιονδήποτε αντίπαλο να δημιουργήσει καθαρές ευκαιρίες απέναντί του. Ο αγωνιστικός χαρακτήρας που έχει εμφυσήσει ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ προσφέρει σταθερότητα και έλεγχο χωρίς την μπάλα, στοιχεία απαραίτητα για μια ομάδα πρωταθλητισμού. Ωστόσο, στα μεγάλα παιχνίδια αναδεικνύεται πλέον με ένταση το βασικό έλλειμμα: η επιθετική δυσλειτουργία. Η αδυναμία παραγωγής ποιοτικών ευκαιριών απέναντι σε καλά οργανωμένες άμυνες αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που μπορεί να κρίνει την πορεία προς τον τίτλο, καθώς σε αυτό το επίπεδο η αποτελεσματικότητα στο τελευταίο τρίτο είναι συχνά το στοιχείο που κάνει τη διαφορά.
Από την άλλη πλευρά, η βελτιωμένη εικόνα απέναντι στον ΟΦΗ μπορεί να άφησε ένα παράθυρο αισιοδοξίας στην πιο κρίσιμη καμπή της σεζόν. Τα σημάδια αγωνιστικής εξέλιξης, η προσπάθεια για μεγαλύτερη δημιουργία μέσα από συνδυαστικό ποδόσφαιρο και η άνοδος της απόδοσης κομβικών παικτών δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο προσαρμογής. Το ζητούμενο πλέον είναι αν αυτή η εικόνα μπορεί να αποκτήσει συνέπεια και διάρκεια, επιτρέποντας στην ομάδα να ξεπεράσει τις δομικές της αδυναμίες. Κάτι τέτοιο δεν επαληθεύτηκε απέναντι στην ΑΕΛ με τις ίδιες παθογένειες να επιστρέφουν ξανά.
Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν ο Ολυμπιακός διαθέτει τα εχέγγυα να εξελιχθεί εγκαίρως, να εμπλουτίσει το παιχνίδι του και τελικά να επικρατήσει στη μάχη του πρωταθλήματος.

