Ο Μαρσελίνιο μιλά αποκλειστικά στο Mpaladofatses.gr και στον Θανάση Σχοινά σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για όσα στιγμάτισαν τον ίδιο και την καριέρα του τόσο εντός όσο εκτός αγωνιστικών χώρων.
Για τους περισσότερους ποδοσφαιρόφιλους ο Μαρσελίνιο είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στο ελληνικό πρωτάθλημα. Βιρτουόζος της μπάλας, ο Βραζιλιάνος πρόσφερε στιγμές μαγείας στους φιλάθλους της Ξάνθης και του Ατρομήτου, οι οποίοι τον θυμούνται και τον αγαπούν μέχρι σήμερα.
Όταν τα φώτα του γηπέδου σβήνουν, οι φίλαθλοι φεύγουν και οι ποδοσφαιριστές κατευθύνονται στα αποδυτήρια ανοίγει ένας νέος κόσμος. Αυτός της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που για τον κάθε αθλητή πέρα από δόξα, χρήμα, φήμη περιέχει και αμφιβολίες, φόβους, απογοητεύσεις, μοναξιά.
Στο Mpaladofatses.gr ο Μαρσελίνιο εξομολογείται χωρίς φόβο και με περισσή ειλικίρινεια άγνωστες ιστορίες και πτυχές της καριέρας του. Μας εισάγει στις αθέατες πλευρές της καθημερινότητας ενός αθλήτη, στις σκέψεις και στη διαχείρηση των ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων.
Χωρίς δισταγμό, μιλάει από καρδιάς αποκαλύπτοντας τον άνθρωπο Μαρσελίνιο που κρύβεται πίσω από τον ποδοσφαιριστή Μαρσελίνιο.
Γιατί σε όλη τη ποδοσφαιρική διαδρομή, αλλά κυρίως στο τέλος της ο άνθρωπος είναι αυτός που μένει.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το ποδόσφαιρο;
«Ξεκίνησα από το ποδόσφαιρο σάλας (futsal), στο Grajaú Country, σε ηλικία 6 ετών. Μέχρι τα 10 μου έπαιζα αποκλειστικά futsal, κάτι που ήταν καθοριστικό για να βελτιώσω την τεχνική μου κατάρτιση και την ικανότητα να παίζω σε κλειστούς χώρους. Στα 10 μου, μεταπήδησα στο ποδόσφαιρο γηπέδου, στις ακαδημίες της Φλαμένγκο, όπου παρέμεινα μέχρι τα 18 μου».
Πότε κατάλαβες ότι θα γινόσουν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής;
«Το κατάλαβα ξεκάθαρα όταν μπήκα στις ακαδημίες της Φλαμένγκο. Βλέποντας από κοντά τις υποδομές, τον έντονο ανταγωνισμό και το τεράστιο μέγεθος του συλλόγου, κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν πια ένα παιδικό παιχνίδι, αλλά το μέλλον μου. Η πραγματικότητα με “χτύπησε” οριστικά όταν μου προσέφεραν το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο, σε ηλικία 15 ετών. Όντας ακόμα έφηβος, άρχισα να βγάζω τα δικά μου χρήματα και να κουβαλάω μεγάλες ευθύνες».
Πώς βίωσες τη μετάβαση από τη Βραζιλία και την ακαδημία της Φλαμένγκο στην Ατλέτικο Μαδρίτης Β, τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου
«Ήταν ένα τεράστιο σοκ. Το να φύγω από το Ρίο ντε Τζανέιρο κατευθείαν για την Ευρώπη σε τόσο μικρή ηλικία ήταν απίστευτα δύσκολο εκτός γηπέδου. Είχα να αντιμετωπίσω το κρύο, την απόσταση από την οικογένειά μου και μια εντελώς νέα κουλτούρα. Ήταν ένα απαραίτητο σοκ για την ωρίμανση ενός ανθρώπου που είχε τα πάντα στο σπίτι του και, ξαφνικά στην Ισπανία, έπρεπε να μεγαλώσει μόνος του. Για να γίνουν τα πράγματα πιο περίπλοκα, έπρεπε να αποδείξω την αξία μου σε μια ομάδα που ελεγχόταν από έναν μάνατζερ που δεν ήταν ο δικός μου.
Μέσα στο γήπεδο, το ποδόσφαιρο ήταν πολύ πιο τακτικό και γρήγορο. Κατέληξε να είναι ένα σχολείο που με ωρίμασε νωρίς και με προετοίμασε για την Ελλάδα. Το γεγονός ότι τα πράγματα δεν πήγαν τέλεια στην Ατλέτικο με έκανε να καταλάβω ότι δεν είχα την πολυτέλεια να σπαταλήσω άλλη ευκαιρία. Έτσι, όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία να πάω στην Ελλάδα, τα έδωσα όλα».

Πες μας την ιστορία του πώς βρέθηκες στην Ελλάδα για να παίξεις στην Καλαμάτα. Ποιες ήταν οι πρώτες σου εντυπώσεις από τον σύλλογο και τη Β’ Εθνική
«Η μεταγραφή μου στην Ελλάδα έγινε μέσω ενός μάνατζερ ο οποίος, μαζί με τον προπονητή Γιάννη Ματζουράκη, με έφεραν για δοκιμαστικά στην Ξάνθη. Τελικά υπέγραψα στην ομάδα, αλλά επειδή δεν είχα πολλές ευκαιρίες στην πρώτη μου σεζόν, δόθηκα δανεικός.
Πρώτα προσπάθησαν στον Ολυμπιακό Βόλου, αλλά δεν με ήθελαν. Μετά πήγα στην Καλαμάτα. Ήταν ευλογία: ερωτεύτηκα την πόλη και έζησα μια από τις καλύτερες σεζόν μου υπό τις οδηγίες του Γιώργου Μπένου, ενός προπονητή που έχει φύγει από τη ζωή, με τον οποίο είχα εξαιρετική σχέση και για τον οποίο τρέφω μεγάλη αγάπη».

Πώς θα περιέγραφες την εμπειρία σου στην Ξάνθη;
«Η Ξάνθη ήταν το μέρος όπου κατάφερα, στην πραγματικότητα, να έχω την αληθινή επαγγελματική μου εξέλιξη. Ήταν ένας σύλλογος που με στήριξε και έδειξε υπομονή με την ωρίμανσή μου. Όπως κάθε νεαρός παίκτης, έκανα λάθη και είχα επιτυχίες πολλές φορές, αλλά η εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό μου δεν άλλαξε ποτέ. Κρατάω τις καλύτερες δυνατές αναμνήσεις από την πόλη, την ομάδα και τους φίλους που έκανα εκεί. Τα θυμάμαι με μεγάλη νοσταλγία και μια τεράστια επιθυμία να τα ζήσω όλα αυτά από την αρχή».
Ποιες στιγμές από το πέρασμά σου από την Ξάνθη θυμάσαι πιο έντονα;
«Θυμάμαι με μεγάλη αγάπη τα καθοριστικά γκολ στη Super League και την αξέχαστη επιθετική τριάδα που σχημάτισα με τον Πόι και τον Κιντάνα . Θυμάμαι κάθε συμπαίκτη από εκείνη την εποχή —τον Βάλλα, τον Φλίσκα, τον Μπέρτο, μεταξύ άλλων—, τους ιστορικούς αγώνες στις διοργανώσεις της UEFA και τις σκληρές μάχες μας για την αποφυγή του υποβιβασμού. Επίσης, θυμάμαι πολύ καλά τις συναντήσεις με τον κ. Πανόπουλο.
Δυστυχώς, κουβαλάω και μια πολύ επώδυνη εμπειρία από το τέλος του συμβολαίου μου. Επηρεάστηκα αρνητικά από έναν κακό μάνατζερ να διεκδικήσω μια οφειλή από τον κ. Πανόπουλο, γεγονός που δημιούργησε μια κατάσταση σύγκρουσης για την οποία μετανιώνω πολύ σήμερα. Αυτό επηρέασε τόσο πολύ τη σχέση μας, που ο σύλλογος δεν εξέδωσε καν επίσημη ανακοίνωση για τη μεταγραφή μου. Ήμουν πολύ λυπημένος τότε, γιατί έζησα υπέροχα χρόνια εκεί.
Επιπλέον, υπήρχε μια συμφωνία για ένα ποσοστό της μεταγραφής που δεν έφτασε ποτέ σε μένα, και φορολογικοί ελιγμοί που έγιναν από τρίτους κατέληξαν να μου προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα με την εφορία αργότερα. Ήμουν βαθιά κλονισμένος δεδομένης της ιστορίας που έχτισα στον σύλλογο· δεν περίμενα να το περάσω αυτό και ένιωσα λίγο προδομένος από τον κ. Παπαδημητρίου, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν ένας σύλλογος που κέρδισε οικονομικά από την πώλησή μου».

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Μαρίνο Ουζουνίδη και ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτόν ως προπονητή;
«Η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική. Ο Ουζουνίδης είναι ένας εξαιρετικά απαιτητικός προπονητής με μεγάλη έμφαση στην τακτική, αλλά είχε το χάρισμα να ξέρει πώς να παίρνει το απόλυτο 100% από κάθε παίκτη. Έμαθα πολλά από αυτόν όσον αφορά την τοποθέτηση και την πειθαρχία στο γήπεδο. Πέρα από το επαγγελματικό κομμάτι, μπορούσα να δω έναν σπουδαίο άνθρωπο πίσω από το αξίωμα. Τον θαύμαζα πολύ ως προσωπικότητα και ένιωθα ότι ο σεβασμός ήταν αμοιβαίος».
Πώς ήταν η σχέση και η συνεργασία σου με τον ιδιοκτήτη της Ξάνθης, κ. Χρήστο Πανόπουλο;
«Ο κ. Πανόπουλος είναι μια εμβληματική και ιστορική μορφή στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ήταν πάντα ένας πολύ ευθύς άνθρωπος, με ισχυρή προσωπικότητα, αλλά σεβόταν βαθιά τη δουλειά μου στο γήπεδο. Είχαμε μια σχέση μεγάλου αμοιβαίου σεβασμού και μου άρεσε πολύ να παρατηρώ τον τρόπο με τον οποίο διοικούσε τον σύλλογο. Το μόνο μου παράπονο είναι ότι νιώθω πως με απογοήτευσε τη στιγμή της μεταγραφής μου, καθώς είχαμε μια συμφωνία κυρίων η οποία δεν τηρήθηκε».

Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου συμπαίκτης στο γήπεδο και ο καλύτερος φίλος σου εκτός αυτού;
«Είναι αδύνατον να επιλέξω μόνο έναν, αλλά πρέπει να ξεχωρίσω ονόματα όπως ο Σπύρος Βάλλας, ο Λυμπερόπουλος και ο Κωστούλας. Ο Βάλλας, συγκεκριμένα, ήταν πολύ περισσότερο από ένας αρχηγός για μένα· με στήριζε πάντα στις δύσκολες στιγμές και ήξερε ακριβώς πώς να μεγιστοποιήσει την απόδοσή μου στο γήπεδο».
Πώς θυμάσαι τα ευρωπαϊκά παιχνίδια εναντίον της Λίνφιλντ , όπου ξεχώρισες στην ευρωπαϊκή σκηνή;
«Το να παίζεις στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις είναι το απόλυτο όνειρο κάθε ποδοσφαιριστή. Τα παιχνίδια εναντίον της Λίνφιλντ ήταν ιστορικά τόσο για την Ξάνθη όσο και για μένα. Το να σκοράρω γκολ και να βοηθήσω την ομάδα να προκριθεί στο Europa League ήταν ένα απερίγραπτο συναίσθημα, κάτι που κρατάω στη μνήμη μου με μεγάλη υπερηφάνεια. Ήμουν στην κορυφή της φυσικής μου κατάστασης εκείνη την περίοδο, γεμάτος αυτοπεποίθηση, και έμπαινα στο γήπεδο ξέροντας ότι θα βρω δίχτυα».

Το καλοκαίρι του 2014 άφησες την Ξάνθη, όπου ήσουν ήδη λατρεμένος από τους φιλάθλους, για να συνεχίσεις την καριέρα σου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ήταν μια απόφαση βασισμένη στην καριέρα, την προσωπική ζωή ή το μέλλον της οικογένειας; Και αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα έπαιρνες την ίδια απόφαση;
«Ήταν μια εξαιρετικά βαριά και δύσκολη απόφαση. Εκείνη την εποχή, άφησα την πρώην σύζυγό μου έγκυο στην Ξάνθη για να αντιμετωπίσω μια νέα αθλητική και οικονομική πρόκληση. Έπρεπε να ζυγίσω το μέλλον και τη σταθερότητα της οικογένειάς μου: θα κέρδιζα σε έναν μόνο μήνα όσα η Ξάνθη δεν μπορούσε να μου πληρώσει σε έναν ολόκληρο χρόνο.
Το ποδόσφαιρο στα ΗΑΕ πρόσφερε μια καθοριστική οικονομική ασφάλεια. Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, νομίζω ότι θα έπαιρνα την ίδια απόφαση, επειδή κάθε βήμα που έκανα ήταν εστιασμένο στην εξέλιξη και την προστασία του μέλλοντος των παιδιών μου».
Πώς ήταν η εμπειρία σου στο πρωτάθλημα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων;
«Ήταν μια εμπειρία τεράστιας μάθησης. Ο ρυθμός του παιχνιδιού και το κλίμα της ακραίας ζέστης ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά που είχα συνηθίσει στην Ευρώπη. Το πρωτάθλημα επένδυε πολλά χρήματα, ήταν γεμάτο από μεγάλους παγκόσμιους αστέρες, και ήταν συναρπαστικό να γνωρίσω μια κουλτούρα τόσο πλούσια και διαφορετική από τη δική μας. Η μόνη μου λύπη είναι ότι δεν είχα περισσότερο χρόνο για να απολαύσω και να παίξω στη χώρα».
Μετά την εμπειρία στα ΗΑΕ, αποφάσισες να συνεχίσεις την καριέρα σου στην Κατάνια και να δοκιμάσεις το απαιτητικό περιβάλλον του ιταλικού ποδοσφαίρου. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η μετάβαση και τι κέρδισες από αυτή την περίοδο, τόσο ως παίκτης όσο και ως άνθρωπος;
«Η μετάβαση στην Ιταλία ήταν ένα πραγματικό σοκ τακτικής πραγματικότητας. Το ιταλικό ποδόσφαιρο είναι εξαιρετικά στρατηγικό, κλειστό και αμυντικό, γεγονός που με ανάγκασε να εξελιχθώ τρομερά σε αυτό το κομμάτι του παιχνιδιού. Ως άνθρωπος, το να ζεις στην Ιταλία ήταν φανταστικό.
Απέκτησα μια πολύ πιο ώριμη οπτική για το παιχνίδι και έμαθα τι σημαίνει “να υποφέρεις τακτικά” στο γήπεδο. Πήρα όλη αυτή την εμπειρία μαζί μου όταν επέστρεψα στον Ατρόμητο· αν προσέξετε καλά τα παιχνίδια μου από εκείνη την περίοδο, επέστρεψα στην Ελλάδα πολύ πιο δυνατός σωματικά και πιο γρήγορος στη λήψη αποφάσεων».

Γιατί αποφάσισες να επιστρέψεις στην Ελλάδα και να ενταχθείς στον Ατρόμητο; Είχες άλλες προτάσεις εκείνη την περίοδο;
«Αποφάσισα να επιστρέψω επειδή η Ελλάδα είναι το δεύτερο σπίτι μου, το μέρος όπου έχτισα την ταυτότητά μου και όπου ένιωθα πραγματικά ευτυχισμένος παίζοντας ποδόσφαιρο. Είχα άλλες κρούσεις και προσεγγίσεις τότε, αλλά το πρότζεκτ του Ατρομήτου ήταν πολύ φιλόδοξο. Ήταν μια ομάδα στέρεη, δομημένη και που πάλευε συνεχώς στις πρώτες θέσεις και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ένιωσα ότι ήταν η τέλεια στιγμή για την επιστροφή μου στη χώρα».
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Μιχάλη Γρηγορίου και τον Τραϊανό Δέλλα;
«Ήταν δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες. Ο Γρηγορίου μου έδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση μόλις έφτασα· μου άρεσε ιδιαίτερα ο ανοιχτός και θετικός τρόπος με τον οποίο διαχειριζόταν το ποδόσφαιρο και την ομάδα.
Από την άλλη πλευρά, ο Δέλλας, ο οποίος είναι ζωντανός θρύλος του ελληνικού ποδοσφαίρου, πιστεύω ότι ανέλαβε τον Ατρόμητο σε μια πολύ ευαίσθητη θεσμική στιγμή. Τελικά επέλεξε να μην με υπολογίζει, ή ίσως με πέτυχε σε μια φάση όπου και εγώ, σωματικά, δεν ήμουν στην απόλυτα καλύτερη κατάστασή μου».
Ήσουν ένας από τους πρωταγωνιστές στην πρόκριση του Ατρομήτου επί της ΑΪΚ. Τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνα τα παιχνίδια;
«Θυμάμαι τέλεια την τρομερή ένταση εκείνης της αναμέτρησης. Η ΑΪΚ είναι μια τυπική σουηδική ομάδα, με πολύ δυνατό σωματικό εκτόπισμα, αλλά εμείς ήμασταν έξυπνοι και χειρουργικά ακριβείς τακτικά.
Θυμάμαι ότι ο χλοοτάπητας στο στάδιο της ΑΪΚ ήταν άψογος, τέλειος για το γρήγορο στυλ παιχνιδιού μας. Το να είμαι ένας από τους πρωταγωνιστές εκείνων των αγώνων και να δώσω αυτή την τεράστια χαρά στους φιλάθλους του Ατρομήτου μέσα στο Περιστέρι μας ήταν κάτι το αξέχαστο».

Μεταξύ της Ξάνθης και του Ατρομήτου, ποιος σύλλογος άφησε μεγαλύτερο σημάδι στην καρδιά σου και γιατί;
«Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση, καθώς περιλαμβάνει εντελώς διαφορετικά συναισθήματα και φάσεις ζωής. Η Ξάνθη ήταν εκεί όπου πέρασα τον περισσότερο χρόνο, όπου έβγαλα βαθιές ρίζες, έγινα άνδρας και άλλαξα την πορεία της επαγγελματικής μου καριέρας. Ο Ατρόμητος ήταν ο σύλλογος που με υποδέχτηκε κατά την επιστροφή μου και μου χάρισε φανταστικές ευρωπαϊκές βραδιές. Και οι δύο έχουν έναν τεράστιο χώρο στην καρδιά μου.
Ωστόσο, νιώθω ότι θα μπορούσα να είχα παίξει πολύ περισσότερο χρόνο στον Ατρόμητο. Η διοίκηση θα μπορούσε να με είχε υπολογίσει περισσότερο. Δυστυχώς, είχαμε εσωτερικά προβλήματα και, σε μια στιγμή κρίσης, αποφάσισαν να με παραμερίσουν απότομα. Με έβαλαν να προπονούμαι ξεχωριστά από την ομάδα, κάτι που με πλήγωσε βαθιά και που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα περνούσα στο ποδόσφαιρο».
Βρέθηκες ποτέ κοντά στο να ενταχθείς σε κάποιον από τους παραδοσιακούς “Big Four” του ελληνικού ποδοσφαίρου; Αν ναι, σε ποιον;
«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν μπορώ να δώσω μια ακριβή απάντηση για το ποιος ήταν ο πιο κοντινός. Ο Ολυμπιακός πάντα μου τραβούσε την προσοχή· ο ΠΑΟΚ επίσης, λόγω της απίστευτης ατμόσφαιρας και του πάθους των οπαδών του· η ΑΕΚ ήταν μια ομάδα της οποίας το στυλ μου άρεσε πολύ· και ο Παναθηναϊκός έχει έναν πολύ ιδιαίτερο και κομψό τρόπο παιχνιδιού. Μου αρέσουν ειλικρινά και οι τέσσερις.
Αν υπάρχει κάτι που νιώθω ότι λείπει από την καριέρα μου, είναι το ότι δεν έπαιξα σε έναν από τους τέσσερις μεγάλους της Ελλάδας. Θα ήταν η τέλεια ευκαιρία να εδραιώσω οριστικά το όνομά μου στη χώρα και να αναδείξω το ταλέντο μου σε μια ομάδα με μεγαλύτερες βλέψεις για τίτλους».

Πώς πήρες την απόφαση να φύγεις από τον Ατρόμητο και να συνεχίσεις την καριέρα σου στην Ινδία;
«Προέκυψε μια οικονομικά αδιανόητη και αθλητικά πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση από την Indian Super League. Ήταν ένα εντελώς νέο πρότζεκτ στον κόσμο του ποδοσφαίρου, που έφερνε μεγάλους παγκόσμιους αστέρες. Ένιωσα ότι μετά τη φθορά στον Ατρόμητο, ήταν η ιδανική στιγμή για να εξερευνήσω μια νέα αγορά. Εξομολογούμαι ότι αρχικά ήμουν πολύ καχύποπτος και επιφυλακτικός, αλλά η Ινδία με εξέπληξε με έναν εξαιρετικά θετικό τρόπο».
Τι σε κράτησε στην Ινδία για τόσα χρόνια;
«Η απίστευτη στοργή του ινδικού λαού και η τεράστια επιτυχία που είχα αμέσως μόλις έφτασα. Αναδείχθηκα πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος (κέρδισα το Χρυσό Παπούτσι), απέκτησα τεράστια προβολή και κέρδισα τον σεβασμό πολλών συλλόγων στη χώρα.
Όταν νιώθεις πραγματικά αγαπητός, πολύτιμος και σεβαστός στο εργασιακό σου περιβάλλον, τα πράγματα κυλούν φυσικά και τα χρόνια περνούν χωρίς να το καταλάβεις. Σε αυτό προστέθηκαν και οι εξαιρετικές οικονομικές συνθήκες· ζούσαμε πολύ καλά, μένοντας σε πανέμορφα ξενοδοχεία με πολλές ανέσεις».
Ποιες είναι οι συνθήκες για έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην Ινδία;
«Οι συνθήκες στην ISL είναι παγκόσμιας κλάσης, πραγματικά εξαιρετικές. Μέναμε σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν, παίζαμε σε σύγχρονα και εντελώς γεμάτα στάδια, δουλεύαμε με σπουδαίους διεθνείς προπονητές και η υποδομή μάρκετινγκ και τηλεοπτικής μετάδοσης ήταν άψογη. Αντιμετωπίζουν τους ξένους παίκτες σαν πραγματικούς αστέρες του κινηματογράφου».
Έπαιξες σε διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και πρωταθλήματα. Ποια χώρα σε διαμόρφωσε περισσότερο ως άνθρωπο, και όχι μόνο ως ποδοσφαιριστή;
«Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, η Ελλάδα. Πέρασα τα πιο σημαντικά χρόνια της νιότης μου και την ακμή της καριέρας μου στη χώρα αυτή. Έμαθα την ελληνική γλώσσα, απορρόφησα την κουλτούρα, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής. Σήμερα, νιώθω ειλικρινά μισός Βραζιλιάνος και μισός Έλληνας».

Οι φίλαθλοι θυμούνται τα γκολ και τις ασίστ. Ποια είναι η στιγμή στα αποδυτήρια, μακριά από τις κάμερες και τα φώτα της δημοσιότητας, που θυμάσαι περισσότερο;
«Συνηθίζεται να λέγεται ότι ό,τι συμβαίνει στα αποδυτήρια, μένει στα αποδυτήρια. Αλλά εκεί ακριβώς βρίσκεται η πραγματική ουσία του ποδοσφαίρου. Οι καλύτερες αναμνήσεις μου είναι η πίστη μεταξύ των συμπαικτών, η τυφλή ενότητα πριν μπούμε στις μάχες και η αμοιβαία δίψα για τη νίκη. Πέρα από το ποδόσφαιρο, το να ζεις την καθημερινότητα και να γνωρίζεις σε βάθος την πραγματικότητα κάθε πόλης από όπου πέρασα με σημάδεψαν βαθιά ως άνδρα».
Ποιος συμπαίκτης σου σε εντυπωσίασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της καριέρας σου και γιατί;
«Ξεχωρίζω δύο σημαντικά ονόματα. Πρώτον, τον Φλοράν Μαλουντά , για την απίστευτη ταπεινότητά του παρόλο που ήταν ένας παγκόσμιος αστέρας και πρωταθλητής των πάντων. Δεύτερον, τον Μάρκο Στάνκοβιτς · ήταν μαέστρος, ένας ιδιοφυής παίκτης που με έβρισκε στο γήπεδο με εξαιρετική ευκολία και ο οποίος, εκτός αυτού, φρόντιζε πάντα να υπερασπίζεται το όνομά μου και το ποδόσφαιρό μου όποτε ήταν απαραίτητο».

Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισες ποτέ και γιατί;
«Οι διεθνείς αναμετρήσεις εναντίον της Φενέρμπαχτσε ήταν απίστευτα σκληρές. Στην Ελλάδα, τα παιχνίδια εναντίον του Παναθηναϊκού ήταν πάντα πολύ περίπλοκες τακτικές μάχες, με άμυνες που δεν σου έδιναν ούτε σπιθαμή χώρου για να αναπνεύσεις».
Η ζωή ενός ποδοσφαιριστή φαίνεται συχνά τέλεια από έξω. Ποια ήταν η μεγαλύτερη προσωπική θυσία που έπρεπε να κάνεις για να ακολουθήσεις αυτό το μονοπάτι;
«Η μεγαλύτερη και πιο επώδυνη θυσία είναι, χωρίς αμφιβολία, η απόσταση από αυτούς που αγαπάμε. Το να είσαι μακριά από την οικογένεια και τους παιδικούς φίλους στη Βραζιλία έχει βαρύ τίμημα. Έχασα γενέθλια, γάμους, στιγμές-ορόσημα και έπρεπε να βλέπω τους γονείς μου να γερνούν από μακριά.
Το τίμημα της επιτυχίας στο εξωτερικό συχνά πληρώνεται με το νόμισμα της μοναξιάς. Δεν είναι εύκολο. Σε διάφορα σημεία της καριέρας μου ένιωσα κατάθλιψη, αλλά δυστυχώς, στην εποχή μας, η ψυχική υγεία στον αθλητισμό ήταν ταμπού και δεν αντιμετωπιζόταν ούτε συζητιόταν ποτέ στους συλλόγους».
Υπήρξε ποτέ περίοδος που αμφέβαλες για τον εαυτό σου ή σκέφτηκες να τα παρατήσεις; Τι σε κράτησε όρθιο;
«Ναι, αμφέβαλα πολύ για τον εαυτό μου όταν με παραμέρισαν στον Ατρόμητο. Το να με βάζουν να προπονούμαι ξεχωριστά και να με κάνουν να υποφέρω εσκεμμένα στο τέλος του συμβολαίου μου έσπασε λίγο το ηθικό μου· σκέφτηκα σοβαρά να τα παρατήσω εκεί.
Μια άλλη κρίσιμη στιγμή ήταν αμέσως μετά την πανδημία, όταν συνειδητοποίησα ότι η επαγγελματική μου καριέρα έφτανε στο τέλος της. Αυτό που με κράτησε όρθιο ήταν η ανθεκτικότητα και η δέσμευση στην ίδια μου την ιστορία».

Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που σου δίδαξε το ποδόσφαιρο για τη ζωή;
«Το ποδόσφαιρο είναι μια τέλεια μεταφορά για τη ζωή: μου δίδαξε ότι μπορείς να είσαι στην κορυφή του κόσμου σήμερα και στον πάτο αύριο. Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα από όλο αυτό είναι η συναισθηματική ανθεκτικότητα. Πρέπει να μάθεις να κρατάς το κεφάλι σου ψύχραιμο και γαλήνιο στις πιο πικρές ήττες, και να κρατάς τα πόδια σου σταθερά στο έδαφος στις πιο ένδοξες νίκες».
Αν μπορούσες να μιλήσεις σήμερα στον 18χρονο Μαρσέλο που ξεκινούσε το ταξίδι του, τι συμβουλή θα του έδινες;
«Θα του έλεγα: “Μαρσέλο, έχε υπομονή. Δούλεψε σκληρά, αλλά προσπάθησε να απολαμβάνεις λίγο περισσότερο την κάθε στιγμή, το κάθε ταξίδι και το κάθε παιχνίδι. Μην υποφέρεις τόσο πολύ προκαταβολικά, γιατί η μοίρα σου έχει ήδη γραφτεί από τον Θεό και πρόκειται να είναι όμορφη. Αλλά να είσαι πολύ προσεκτικός με ορισμένους ανθρώπους που θα προσπαθήσουν να σε πλησιάσουν. Πάνω απ’ όλα, να είσαι ευτυχισμένος, γιατί αξίζεις πολύ περισσότερο από ένα απλό προϊόν ή έναν παίκτη προς πώληση.”

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος της καριέρας σου και τι έμαθες από αυτό;
«Το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν ότι έδρασα παρορμητικά σε μερικές κρίσιμες στιγμές, πράγμα που ήταν φυσικό επακόλουθο της ανωριμότητας της νιότης. Σε ορισμένα επεισόδια, μου έλειψε η καθαρή, άμεση και ψύχραιμη επικοινωνία με τους σωστούς ανθρώπους. Έμαθα ότι στο ποδόσφαιρο, η σιωπή ή ο εγωισμός μπορούν να σου κοστίσουν ακριβά».
Μετά από τόσες εμπειρίες, γκολ, επιτεύγματα και τίτλους, τι θεωρείς σήμερα ως τη μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής σου;
«Η μεγαλύτερη επιτυχία μου είναι να κοιτάζω πίσω σήμερα, να βλέπω τον τεράστιο σεβασμό που κέρδισα σε κάθε χώρα όπου έπαιξα και να βλέπω την οικογένειά μου περήφανη για τον άνδρα που έγινα.
Ήμουν ένα παιδί που ξεκίνησε από το τίποτα, κατάφερε να πετύχει το όνειρο του να γίνει επαγγελματίας και έδειξε την πραγματική του αξία σε έναν εξαιρετικά δύσκολο κόσμο. Τα γκολ περνούν, αλλά ο χαρακτήρας και ο σεβασμός μένουν για πάντα».
Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η μετάβαση από επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στη ζωή χωρίς το ποδόσφαιρο;
«Ήταν μια βάναυσα δύσκολη και περίπλοκη διαδικασία. Στην πραγματικότητα, η ζωή με δοκίμασε καταρρακώνοντας δύο θεμελιώδεις πυλώνες την ίδια ακριβώς στιγμή: ακριβώς την περίοδο που άφηνα τα γήπεδα, η πρώην σύζυγός μου (και μητέρα των παιδιών μου) αποφάσισε να ζητήσει διαζύγιο.
Αυτό με αποδιοργάνωσε εντελώς. Έπεσα σε μια βαθιά θλίψη, σε μια κατάθλιψη που μου στέρησε τις δυνάμεις μου και που δεν μου επέτρεψε καν να σκεφτώ να συνεχίσω να παίζω ποδόσφαιρο, ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ την οικογενειακή υποστήριξη και θαλπωρή για να αντιμετωπίσω την αποχώρηση. Ήταν η πιο σκληρή περίοδος της ζωής μου».
Με τι ασχολείσαι επαγγελματικά και προσωπικά στις μέρες μας;
«Αυτή την εποχή, είμαι εστιασμένος σε μια βαθιά διαδικασία ανασυγκρότησης και προσωπικής ανάπτυξης. Σπουδάζω Ιατρική, κινούμενος από μια τεράστια επιστημονική περιέργεια για τον ανθρώπινο μεταβολισμό, και ταυτόχρονα μελετώ το αθλητικό μάνατζμεντ (sports management).
Προσπαθώ να καταλάβω πού και πώς θα ενταχθώ σε αυτή τη νέα φάση. Νιώθω ότι δεδομένης της διεθνούς εμπειρίας μου, θα μπορούσα να γίνω ένας εξαιρετικός μάνατζερ ή τεχνικός διευθυντής, ακολουθώντας την πορεία αρκετών πρώην συμπαικτών μου. Θα δεχόμουν με μεγάλη χαρά μια ευκαιρία να εργαστώ σε έναν ελληνικό σύλλογο στο μέλλον για να εφαρμόσω αυτή τη γνώση».

Θα ήθελες να επιστρέψεις στην Ελλάδα επαγγελματικά στο μέλλον; Για παράδειγμα, για να βοηθήσεις την Ξάνθη να επιστρέψει στη Super League; Το έχεις σκεφτεί;
«Θα επέστρεφα στην Ελλάδα με κλειστά μάτια. Η Ξάνθη κατέχει μια ιερή θέση στην ιστορία της ζωής μου και με πονάει βαθιά να βλέπω την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο σύλλογος σήμερα.
Αν υπάρξει ένα σοβαρό, διαφανές πρότζεκτ και μια επίσημη πρόσκληση, θα ήταν τεράστια τιμή και περηφάνεια να βάλω τα χέρια μου και τις γνώσεις μου για να βοηθήσω την ομάδα να αναγεννηθεί και να επιστρέψει στη Super League, που είναι το μέρος από το οποίο δεν έπρεπε να είχε φύγει ποτέ».

