Skip to content Skip to footer

Μάρτσιν Μίετσελ στο Mpaladofatses.gr: «Ο ΠΑΟΚ και η Λέγκια είναι στην καρδιά μου – Ο Ηρακλής αξίζει να βρίσκεται μόνιμα στη Super League»

Ο Μάρτσιν Μίετσελ μιλά αποκλειστικά στο Mpaladofatses.gr και στον Θανάση Σχοινά για τη σπουδαία διαδρομή του από την Πολωνία και τη Λέγκια Βαρσοβίας μέχρι την Bundesliga και την Ελλάδα. Θυμάται τα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μιλά με ιδιαίτερη συγκίνηση για τον Ηρακλή και αποκαλύπτει γιατί η Ελλάδα έγινε για εκείνον και την οικογένειά του ένα δεύτερο σπίτι.

Ο Μάρτσιν Μίετσελ είναι από τους επιθετικούς που ήρθαν στην Ελλάδα και άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους. Ο Πολωνός επιθετικός συνδέθηκε έντονα με τη Θεσσαλονίκη, τον Ηρακλή και τον ΠΑΟΚ και έμεινε στην ιστορία για την έφεση που είχε να σκοράρει με «ψαλιδάκια».

Η ιστορία του ξεκινά στις γειτονιές του Γκντανσκ, συνεχίζεται στη Λέγκια Βαρσοβίας, περνά από την Bundesliga και τη Borussia Mönchengladbach, φτάνει στην Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, για να αφήσει το αποτύπωμά της τόσο στον Ηρακλή όσο και στον ΠΑΟΚ.

Ένας επιθετικός που έμαθε από πολύ νωρίς τι σημαίνει πίεση, έπαιξε σε γεμάτα γερμανικά γήπεδα, φόρεσε τη φανέλα της εθνικής Πολωνίας, έζησε την ένταση των ελληνικών ντέρμπι και πανηγύρισε γκολ που έμειναν στη μνήμη.

Όμως, πίσω από όλα αυτά υπάρχει και μια διαφορετική ιστορία.

Η ιστορία ενός ανθρώπου που στα 18 του είδε την καριέρα του να παγώνει για έναν ολόκληρο χρόνο μετά από σοβαρό τραυματισμό, που δεν μετάνιωσε ποτέ για την επιλογή του να έρθει στην Ελλάδα και που σήμερα, χρόνια μετά το τέλος της επαγγελματικής του καριέρας, συνεχίζει να υπηρετεί το ποδόσφαιρο μέσα από μια ακαδημία με περίπου 300 παιδιά.

Ο Μίετσελ μίλησε στο Mpaladofatses.gr και στον Θανάση Σχοινά για όλα αυτά.

Για τη Λέγκια, τη Bundesliga, τον Ηρακλή και τον ΠΑΟΚ. Για τα γκολ στα ντέρμπι της Θεσσαλονίκης. Για την αγάπη του για την Ελλάδα. Για τον αγώνα που θα ήθελε να ξαναζήσει. Για τον Ηρακλή που «αξίζει να βρίσκεται μόνιμα στη Super League». Και, κυρίως, για το πώς θέλει να τον θυμούνται οι άνθρωποι που τον είδαν να αγωνίζεται.

ECONOMISTS

Από τις γειτονιές του Γκντανσκ στη Λέγκια Βαρσοβίας

Πώς ξεκίνησε η ποδοσφαιρική σου περιπέτεια στην Πολωνία;

«Η περιπέτειά μου ξεκίνησε, όπως για πολλά αγόρια, στις γειτονιές. Εντάχθηκα στη Lechia Gdańsk αρκετά αργά, στα 16 μου, αλλά έπαιξα αρκετά καλά ώστε δύο χρόνια αργότερα να αγωνίζομαι στην καλύτερη ομάδα της Πολωνίας, τη Λέγκια Βαρσοβίας.

Τι σήμαινε για σένα, στην αρχή της καριέρας σου, να αγωνίζεσαι σε έναν τόσο ιστορικό σύλλογο όπως η Λέγκια Βαρσοβίας;

«Ήταν τεράστια τιμή αλλά και μεγάλη ευθύνη. Η Λέγκια είναι ένας σύλλογος με μεγάλη ιστορία και απαιτητικούς φιλάθλους, οπότε από την πρώτη στιγμή γνώριζα ότι έπρεπε να δίνω τα πάντα.

Με τη Λέγκια κατέκτησα το πρωτάθλημα Πολωνίας, δύο Κύπελλα Πολωνίας και δύο Super Cup. Τερμάτισα επίσης δύο φορές δεύτερος και δύο φορές τρίτος, αλλά στη Λέγκια αυτό θεωρείται αποτυχία, οπότε ποτέ δεν καυχήθηκα γι’ αυτά».

Τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνα τα χρόνια στη Λέγκια Βαρσοβίας;

«Τις επιτυχίες και, φυσικά, τους σπουδαίους φιλάθλους. Όπως και στον ΠΑΟΚ, είναι φανατικοί και μπορούν να δημιουργήσουν μια εκπληκτική ατμόσφαιρα».

Η Bundesliga και το πρώτο μεγάλο σοκ

Μετακόμισες στη Γερμανία και αγωνίστηκες στην Borussia Mönchengladbach. Πώς προσαρμόστηκες στην Bundesliga;

«Στην αρχή δεν ήταν εύκολο. Η Bundesliga είναι ένα απίστευτα γρήγορο και δυναμικό πρωτάθλημα και αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισα όταν μετακινήθηκα από το πολωνικό πρωτάθλημα.

Τεχνικά ήμουν ένας από τους καλύτερους, αλλά οι απαιτήσεις όσον αφορά το τρέξιμο ήταν τεράστιες».

Τι συναισθήματα ένιωθες αγωνιζόμενος σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα του κόσμου;

«Υπερηφάνεια και ενθουσιασμό. Κάθε παιχνίδι ήταν μια πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα και ένα όνειρο που γινόταν πραγματικότητα.

Εκείνη την εποχή με εντυπωσίαζαν ιδιαίτερα τα τεράστια γήπεδα, γεμάτα φιλάθλους. Σήμερα στην Πολωνία έχουμε όμορφα καινούργια στάδια με πολύ κόσμο σε κάθε πόλη, αλλά τότε τα παιχνίδια στην Πολωνία διεξάγονταν μπροστά σε 5.000-10.000 θεατές, ενώ στη Γερμανία υπήρχαν τουλάχιστον 30.000. Υπήρχαν παιχνίδια στα οποία η προσέλευση ξεπερνούσε τους 70.000 θεατές.

Ο επαγγελματισμός σε κάθε επίπεδο ήταν εντυπωσιακός και, φυσικά, η ποιότητα των ποδοσφαιριστών. Υπήρχαν αστέρες παντού».

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία της μετάβασης από το πολωνικό πρωτάθλημα στο γερμανικό;

«Όπως ανέφερα, για μένα ήταν κυρίως η επιβάρυνση στις προπονήσεις και ο ρυθμός του παιχνιδιού».

Η Ελλάδα, ο Ηρακλής και ο ΠΑΟΚ

Πώς προέκυψε η μεταγραφή στον Ηρακλή; Είχες άλλες προτάσεις εκείνη την περίοδο;

«Ήταν μια περίπλοκη κατάσταση. Ήμουν δανεικός στη Γερμανία. Η Μπορούσια ήθελε να με αποκτήσει, αλλά προσέφερε λιγότερα χρήματα από το ποσό που είχε συμφωνηθεί στο συμβόλαιό μου. Η Λέγκια δεν συμφώνησε.

Όταν επέστρεψα στην Πολωνία, με πήρε τηλέφωνο ο μάνατζέρ μου και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάω στην Ελλάδα. Συμφώνησα.

Εκείνη την εποχή άρχισε να εφαρμόζεται ουσιαστικά ο νόμος Μπόσμαν και η Λέγκια, προκειμένου να βγάλει κάποια χρήματα από τη μεταγραφή μου, συμφώνησε σε ένα πολύ χαμηλότερο ποσό από αυτό που ζητούσαν οι Γερμανοί, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν αποκτήσει άλλον παίκτη για τη θέση μου».

Πώς θυμάσαι σήμερα την περίοδό σου στον Ηρακλή;

«Πολύ θετικά. Είχα ένα εξαιρετικό ξεκίνημα και πέτυχα πολλά γκολ. Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, τόσο μέσα όσο και έξω από τον σύλλογο. Είχαμε πραγματικά πολύ καλούς ποδοσφαιριστές.

Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου ήταν ότι αποκλειστήκαμε πολύ νωρίς από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και τελικά πραγματοποιήσαμε μια πορεία κατώτερη των προσδοκιών».

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς και τον Ευγένιο Γκέραρντ; Τι άποψη έχεις για τους δύο προπονητές;

«Ήταν διαφορετικοί προπονητές, αλλά και οι δύο μου δίδαξαν πολλά. Ο καθένας είχε το δικό του στυλ και αυτό με βοήθησε να εξελιχθώ».

Ένιωσες πίεση όταν μετακινήθηκες στον ΠΑΟΚ;

«Όχι. Είχα ήδη αγωνιστεί στη Λέγκια και, όπως ανέφερα, μου άρεσε πολύ να παίζω σε τέτοια ατμόσφαιρα.

Αν αναλύσω τα παιχνίδια μου, αυτά που με ενθουσίαζαν περισσότερο ήταν τα παιχνίδια με μεγάλη πίεση. Για παράδειγμα, τα ντέρμπι στα οποία σκόραρα.

Στον Ηρακλή είχα σκοράρει απέναντι στον ΠΑΟΚ, τον Άρη και την Καλαμαριά. Όταν πήγα στον ΠΑΟΚ, σκόραρα αμέσως δύο γκολ απέναντι στον Άρη, τρία απέναντι στον Ηρακλή και πρόσθεσα κι ένα γκολ με ανάποδο ψαλίδι απέναντι στην Καλαμαριά».

Πώς προέκυψε η μεταγραφή στον ΠΑΟΚ;

«Ήταν η φυσιολογική συνέπεια της καλής μου αγωνιστικής κατάστασης και του ενδιαφέροντος του ΠΑΟΚ».

Ποιες ήταν οι πρώτες σου εντυπώσεις από το να αγωνίζεσαι στην Ελλάδα;

«Απίστευτα συναισθήματα. Οι φίλαθλοι εκεί είναι πολύ ζωντανοί και δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα. Είναι υπέροχοι άνθρωποι και στην καθημερινότητά τους.

Θα το πω ξεκάθαρα: Ερωτευτήκαμε την Ελλάδα. Εγώ και η οικογένειά μου επισκεπτόμαστε συχνά τη χώρα σας, ταξιδεύουμε και εξερευνούμε διαφορετικά μέρη. Νομίζω ότι θα επισκεφθώ ξανά τη Θεσσαλονίκη και φέτος, για να δω αν έχει αλλάξει κάτι».

Υπάρχει κάποια ιστορία από την Ελλάδα που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;

«Το ντέρμπι της Θεσσαλονίκης. Η ατμόσφαιρα ήταν απερίγραπτη. Είναι κάτι που θα μείνει μαζί μου για όλη μου τη ζωή».

Με ποια ομάδα ένιωσες τον ισχυρότερο δεσμό;

«Η Λέγκια και ο ΠΑΟΚ είναι οι δύο ομάδες που βρίσκονται πιο κοντά στην καρδιά μου, αλλά έχω συναισθηματικό δέσιμο με κάθε σύλλογο στον οποίο αγωνίστηκα. Παρακολουθώ πού αγωνίζονται και τα αποτελέσματά τους.

Λυπάμαι περισσότερο για τον Ηρακλή, γιατί όταν πήγα εκεί ήταν μέσα στις πέντε κορυφαίες ομάδες της Ελλάδας. Τώρα, όμως, εδώ και χρόνια αντιμετώπιζε δυσκολίες και αγωνιζόταν στις χαμηλότερες κατηγορίες.

Πιστεύω ότι ο Ηρακλής, χάρη στην ιστορία και τους φιλάθλους του, αξίζει να αγωνίζεται μόνιμα στη Super League».

Η επιστροφή στη Bundesliga

Πώς βλέπεις σήμερα την επιστροφή σου στη Bundesliga, αυτή τη φορά για την Bochum;

«Ήταν ένα πιο συνειδητοποιημένο στάδιο της καριέρας μου. Ήξερα ήδη τι να περιμένω και ένιωθα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Έπαιξα περισσότερο και ήμουν πολύ χαρούμενος για τα δύο χρόνια που πέρασα εκεί».

Ποιο πρωτάθλημα ταίριαζε περισσότερο στο στυλ παιχνιδιού σου;

«Νομίζω ότι ήταν το ελληνικό. Αυτό που μετανιώνω περισσότερο είναι ότι δεν κατάφερα να πετύχω περισσότερα στο γερμανικό πρωτάθλημα. Νομίζω ότι απλώς έμεινα για πολύ μεγάλο διάστημα στο πολωνικό πρωτάθλημα και εκείνη την εποχή δεν ήμουν σωματικά προετοιμασμένος για τις απαιτήσεις που είχε η Bundesliga».

Η πιο δύσκολη στιγμή

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας σου;

«Νομίζω ότι ήταν στην αρχή, όταν ήμουν 18 ετών και άρχισα να αγωνίζομαι στην πρώτη κατηγορία, ενώ παράλληλα έκανα το ντεμπούτο μου με την εθνική Πολωνίας.

Τότε έσπασα το πόδι μου και η καριέρα μου σταμάτησε για έναν χρόνο. Χρειάστηκε να περιμένω πολύ καιρό μέχρι να επιστρέψω στην καλύτερη δυνατή αγωνιστική κατάσταση».

Το παιχνίδι που θα ήθελε να ξαναζήσει

Υπάρχει ένα παιχνίδι ή ένα γκολ που θα ήθελες να ξαναζήσεις;

«Κάθε σημαντικό γκολ μου έδινε τεράστια ικανοποίηση, αλλά τα γκολ με ανάποδο ψαλίδι ήταν αυτά που θυμάμαι περισσότερο. Θα ήθελα να ξαναζήσω το παιχνίδι απέναντι στη Widzew Łódź που δώσαμε τη δεκαετία του ’90.

Πέντε λεπτά πριν από το τέλος, κερδίζαμε 2-0 και κατακτούσαμε το πρωτάθλημα Πολωνίας. Τότε τραυματίστηκε ο διαιτητής και υπήρξε μεγάλη διακοπή. Μέσα στις συζητήσεις μας αρχίσαμε να χαλαρώνουμε, γιατί σκεφτόμασταν: «Τι μπορεί να συμβεί μέσα σε πέντε λεπτά;»

Και μετά συνέβη. Χάσαμε 3-2 και η Widzew έγινε πρωταθλήτρια».

Μετά το ποδόσφαιρο

Πώς διαχειρίστηκες το τέλος της ποδοσφαιρικής σου καριέρας;

«Είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά για αυτή την απόφαση αρκετό καιρό νωρίτερα, οπότε δεν ήταν πρόβλημα για μένα».

Παραμένεις ακόμη ενεργός στο ποδόσφαιρο;

«Ναι, το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα κομμάτι της ζωής μου. Εδώ και 13 χρόνια διατηρώ μια ποδοσφαιρική ακαδημία μαζί με τον Μάτσικ Μπικόφσκι, πρώην παίκτη του Παναθηναϊκού και του ΟΦΗ, όπου προπονούνται περίπου 300 παιδιά.

Έχουμε ήδη τους πρώτους αποφοίτους μας που κάνουν τα βήματά τους στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο».

Ποια συμβουλή θα έδινες στα νέα παιδιά που θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές;

«Τα πιο σημαντικά πράγματα είναι η σκληρή δουλειά, ο χαρακτήρας και η πίστη».

Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται οι φίλαθλοι στην Ελλάδα;

«Ως έναν παίκτη που έδωσε τα πάντα και σεβάστηκε τον σύλλογο και τους φιλάθλους του».