Ο Γουίλ Κλάιμπερν μίλησε αποκλειστικά στο Mpaladofatses.gr και στον Θανάση Σχοινά ενόψει της αναμέτρησης της Φενέρμπαχτσε με τον Ολυμπιακό(23/10, 21:15), αναλύοντας την επιλογή του να φορέσει τη φανέλα της τούρκικης ομάδας, τις φιλοδοξίες του, αποκαλύπτοντας πλευρές της καθημερινής του ζωής.
Ο Γουίλ Κλάιμπερν έχει μια μπασκετική πορεία που θα ζήλευαν πολύ, έχοντας περάσει από κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης και κατακτώντας την EuroLeague με τη φανέλα της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Ο δρόμος προς την κορυφή, όμως, δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα για εκείνον, δίνοντας πολλές μάχες μέχρι να φτάσει στο κορυφαίο επίπεδο. Η πορεία του θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μάθημα πίστης, επιμονής και υπομονής για τις νέες γενιές.
Στα 36 του χρόνια, ο Κλάιμπερν εξακολουθεί να έχει το ίδιο κίνητρο: να κερδίζει. Πίσω από τον πρωταθλητή Ευρώπης, ωστόσο, βρίσκεται ένας άνθρωπος που δεν ξεχνά τις θυσίες που χρειάστηκε να κάνει για να φτάσει στην ελίτ, τον πατέρα που του έμαθε την αξία της σκληρής δουλειάς και τον δικό του ρόλο ως γονιός. Μάλιστα, μοιράζεται το μάθημα που προσπαθεί να μεταδώσει στα παιδιά του μέσα από τις νίκες και τις ήττες: στη ζωή δεν γίνεται να κερδίζεις πάντα, αλλά πρέπει να συνεχίζεις.
Στο Mpaladofatses.gr μιλά αποκλειστικά για την επιθυμία του να αγωνιστεί στην Ελλάδα, τη σχέση του με τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους και την πρόκληση της αναμέτρησης με τον Ολυμπιακό, σε μια συνέντευξη που φωτίζει τόσο τον παίκτη όσο και τον άνθρωπο πίσω από το όνομα στη φανέλα.

Έπειτα από τόσες μεγάλες ομάδες στις οποίες έχεις αγωνιστεί, φέτος εντάχθηκες στη Φενέρμπαχτσε. Τι σε έκανε να πάρεις αυτή την απόφαση και να θεωρήσεις ότι ήταν ο ιδανικός προορισμός για εσένα; Τι θέλεις να πετύχεις με τη φανέλα της;
«Θέλω απλώς να κερδίζω. Ήξερα ότι ήταν μια καλή κατάσταση, ότι η ομάδα διέθετε ένα πολύ ταλαντούχο ρόστερ και ότι μπορούσα να προσθέσω πράγματα σε όσα είχε ήδη. Πιστεύω ότι μπορώ να αποτελέσω ένα πολύτιμο όπλο για αυτή την ομάδα. Οπότε, ο βασικός λόγος που ήρθα εδώ είναι η επιθυμία μου να κερδίζω».

Η διαδρομή σου στο μπάσκετ δεν ήταν καθόλου εύκολη. Χρειάστηκε να περάσεις από πολλά κύματα, προκειμένου να διατηρήσεις το ενδιαφέρον των κολεγίων και των ομάδων. Σήμερα, έχεις μια σπουδαία καριέρα στην Ευρώπη, έχοντας κατακτήσει και την EuroLeague. Τι θα έλεγες στον νεότερο εαυτό σου, ο οποίος είχε όνειρα αλλά και αρκετά εμπόδια μπροστά του για να πετύχει τους στόχους του;
«Να συνεχίσει να δουλεύει με το κεφάλι χαμηλά. Η διαδρομή προς εκεί που θέλεις να φτάσεις δεν πρόκειται να είναι ποτέ εύκολη. Να συνεχίσεις να δουλεύεις, να ασχολείσαι με όσα μπορείς να ελέγξεις και να δίνεις τη δική σου μάχη.
Δεν μπορείς να ανησυχείς για τη διαδρομή των άλλων και για το πώς εξελίσσονται τα πράγματα στη δική τους ζωή. Πρέπει απλώς να δίνεις τη δική σου μάχη όσο καλύτερα μπορείς. Ό,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, αλλά εσύ πρέπει να προσπαθείς όσο περισσότερο γίνεται».
Το 2019 κατέκτησες την EuroLeague με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνο το Final Four; Ποιες αναμνήσεις παραμένουν ακόμη έντονες;
«Υπάρχουν πολλά πράγματα που θυμάμαι. Θυμάμαι ότι βρεθήκαμε πίσω στο σκορ στον αγώνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης και χρειάστηκε να παλέψουμε για να επιστρέψουμε απέναντι σε μια πολύ δυνατή ομάδα. Θυμάμαι ότι όλοι έκαναν θυσίες για το καλό της ομάδας.
Και, φυσικά, θυμάμαι τους πανηγυρισμούς με την οικογένειά μου μετά τον αγώνα. Αυτή ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη επιτυχία που έχω πετύχει στην Ευρώπη. Το να μπορώ να τη μοιραστώ μαζί τους ήταν ίσως το πιο σημαντικό για εμένα».
Μίλησες για την οικογένειά σου. Πώς άλλαξαν η σύζυγος και τα παιδιά σου τον τρόπο σκέψης σου; Και πώς διαχειρίζεσαι πλέον τις αποτυχίες και τις επιτυχίες από τότε που έγινες σύζυγος και πατέρας;
«Για να είμαι ειλικρινής, προσπαθώ να μετατρέπω κάθε κατάσταση σε ένα μάθημα για εκείνα και όχι τόσο για εμένα, αφού βρίσκομαι σε αυτόν τον χώρο εδώ και αρκετό καιρό. Όταν μια χρονιά δεν τελειώνει με επιτυχία, όταν δεν κατακτώ ένα πρωτάθλημα ή χάνω έναν τελικό, τα παιδιά μου συνήθως στενοχωριούνται πολύ. Τους εξηγώ, όμως, ότι έτσι είναι η ζωή.
Δεν γίνεται να κερδίζεις τα πάντα. Θα χάσεις κιόλας, αλλά πρέπει να συνεχίσεις. Αυτό είναι κυρίως το μάθημα που προσπαθώ να τους δώσω. Είναι παιδιά και πιστεύουν ότι πρέπει να κερδίζεις τα πάντα, αλλά πρέπει να καταλάβουν ότι χρειάζεται να παλεύεις και να ξεπερνάς και τις ήττες».
Μετά την κατάκτηση της EuroLeague, λίγους μήνες αργότερα, υπέστης έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό, ρήξη πρόσθιου χιαστού. Πώς διαχειρίστηκες αυτή την αναποδιά μετά από μια τόσο μεγάλη επιτυχία; Τι σε βοήθησε να την αντιμετωπίσεις και να παραμείνεις δυνατός;
«Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, στα μάτια πολλών ανθρώπων, ακόμη και στα δικά μου, δεν ήταν γραφτό να φτάσω μέχρι εδώ. Η διαδρομή μου δεν είναι η συνηθισμένη. Γι’ αυτό, όταν συνέβη κάτι τέτοιο, ένιωσα ότι δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα είχα ήδη περάσει.
Η διαδρομή που χρειάστηκε να ακολουθήσω για να φτάσω μέχρι εκείνο το σημείο ήταν δυσκολότερη από το να ξεπεράσω έναν τραυματισμό στον χιαστό. Προφανώς, ένας τέτοιος τραυματισμός είναι δύσκολος, αλλά δεν συγκρίνεται με όσα χρειάστηκε να παλέψω για να φτάσω μέχρι εδώ».
Αν δεν κάνω λάθος, σε εκείνο το Final Four αγωνίστηκες έχοντας πρόβλημα και στον αστράγαλο.
«Ναι, πράγματι».
Πώς κατάφερες όχι μόνο να αγωνιστείς, αλλά και να αναδειχθείς MVP του Final Four, παρά τον τραυματισμό;
«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν έχω ιδέα! Είχα υποστεί ένα κάταγμα κόπωσης στον αστράγαλο. Μετά το Final Four, χρειάστηκε να φορέσω ειδική μπότα και δεν αγωνίστηκα ξανά για το υπόλοιπο της σεζόν. Πραγματικά δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, γιατί δεν μπορούσα να κινηθώ σωστά ούτε να κάνω τις πλάγιες κινήσεις που χρειαζόμουν.
Η αθλητικότητά μου είχε ουσιαστικά βγει εκτός εξίσωσης. Ήταν, όμως, καθαρά θέμα καρδιάς και της επιθυμίας μου να κερδίσω τον τελικό. Βγαίνεις στο παρκέ και δίνεις ακριβώς ό,τι μπορείς. Εκείνη την ημέρα έβαζα τα σουτ και εξακολουθούσα να μπορώ να κάνω φάσεις. Ήταν, νομίζω, θέμα αποφασιστικότητας και της τεράστιας επιθυμίας μου να κερδίσω εκείνο το παιχνίδι».
Αντιμετωπίζετε τον πρωταθλητή Ευρώπης, Ολυμπιακό. Πώς περιμένεις την αναμέτρηση και πώς σκοπεύετε να τους αντιμετωπίσετε για να πάρετε τη νίκη;
«Κάθε παιχνίδι απέναντι στον Ολυμπιακό είναι δύσκολο. Είναι μια εξαιρετική ομάδα, με σπουδαίο προπονητή και πολλούς έμπειρους παίκτες που βρίσκονται χρόνια σε αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, για να είμαι ειλικρινής, το ζήτημα δεν είναι τόσο εκείνοι όσο εμείς και ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιαστούμε στο παιχνίδι.
Πρέπει να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τον ρυθμό και να παίξουμε το δικό μας μπάσκετ. Προφανώς, απέναντι σε μια τόσο καλή ομάδα δεν μπορείς να σταματήσεις τα πάντα. Το σημαντικότερο για εμάς είναι να ελέγξουμε όσα περνούν από το χέρι μας: την άμυνά μας, την κυκλοφορία της μπάλας, το πώς τη μοιραζόμαστε και το αν θα βάλουμε τα σουτ μας».

Έχω διαβάσει ότι στα παιδικά σου χρόνια το μπάσκετ δεν ήταν το αγαπημένο σου άθλημα και ότι έπαιζες μπέιζμπολ. Πώς στράφηκες τελικά στο μπάσκετ; Πόσο σε επηρέασε ο πατέρας σου και πώς διαμόρφωσε τη νοοτροπία σου και την επιθυμία σου να κερδίζεις;
«Για να είμαι ειλικρινής, το μπάσκετ ήταν το πρώτο άθλημα με το οποίο με έφερε σε επαφή ο πατέρας μου και τότε ήταν το βασικό μου άθλημα. Καθώς μεγάλωνα, όμως, πιστεύαμε και οι δύο ότι ήμουν καλύτερος στο μπέιζμπολ. Ήμουν καλύτερος ως πίτσερ και ως πρώτος παίκτης βάσης απ’ ό,τι ήμουν ως μπασκετμπολίστας εκείνη την περίοδο. Απλώς αγαπούσα πραγματικά το μπάσκετ, ενώ το μπέιζμπολ δεν μου άρεσε τόσο.
Απομακρύνθηκα για λίγο από το μπέιζμπολ και, όταν επέστρεψα, όπως συμβαίνει όταν ξαναρχίζεις οποιοδήποτε άθλημα έπειτα από μεγάλο διάστημα αποχής, όλα μου φαίνονταν πολύ γρήγορα. Επίσης, μισούσα να χτυπάω την μπάλα! Ξέρω ότι σε όλους αρέσει, αλλά εγώ μισούσα αυτό το κομμάτι. Προτιμούσα να παίζω στην άμυνα και να πιάνω την μπάλα. Στο τέλος, ήταν κυρίως θέμα αγάπης για το άθλημα.
Ο πατέρας μου, πάντως, έκανε εξαιρετική δουλειά στο να μου εμφυσήσει αυτή τη φλόγα, να μου δώσει την μπάλα και να μου δείξει πώς να δουλεύω, πώς να κυνηγώ τα όνειρά μου και πόσο σημαντική είναι η εργατικότητα. Νομίζω ότι αυτό ήταν το σημαντικότερο πράγμα που μου έδωσε: το work ethic.
Από μικρή ηλικία μού έμαθε πώς πρέπει να δουλεύεις και τι σημαίνει πραγματικά σκληρή δουλειά. Μάλιστα, υπήρχαν φορές που με έπαιρνε μαζί του στην κανονική του δουλειά και έκανα ό,τι έκανε κι εκείνος. Ήθελε να μου δείξει τι σημαίνει πραγματικά να εργάζεσαι. Πιστεύω ότι έκανε εξαιρετική δουλειά στο να μου μεταδώσει αυτή τη νοοτροπία».
Όταν σβήνουν τα φώτα του γηπέδου και επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου, ποιος είναι ο Γουίλ Κλάιμπερν;
«Είμαι ένας άνθρωπος της οικογένειας. Λατρεύω την οικογένειά μου και τα αδέλφια μου. Αυτό θα ήθελα περισσότερο να θυμούνται οι άνθρωποι για εμένα.
Είμαι επίσης αρκετά χαβαλές! Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από τους νυν και πρώην συμπαίκτες μου μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Όποια κι αν είναι η κατάσταση, θέλω πάντα να φέρνω φως και χαρά. Ελπίζω οι άνθρωποι να με θυμούνται και γι’ αυτό».
Το καλοκαίρι υπήρξαν δημοσιεύματα που σε συνέδεσαν με την Ελλάδα και ελληνικές ομάδες. Πόσο πραγματικό ήταν αυτό το ενδεχόμενο; Είχες βρεθεί ποτέ κοντά στο να αγωνιστείς σε κάποια ελληνική ομάδα; Πώς βλέπεις το ελληνικό πρωτάθλημα και θα ήθελες να παίξεις εδώ κάποια στιγμή;
Πάντα ήθελα να παίξω στην Ελλάδα, αλλά δεν συνέβη ποτέ. Από όσο γνωρίζω, το φετινό καλοκαίρι μπορεί να υπήρξε ένα ή δύο τηλεφωνήματα, αλλά τίποτα δεν προχώρησε πραγματικά, καθώς εκείνη την περίοδο δεν ήμουν έτοιμος να φύγω από την EuroLeague.
Σε κάποια φάση της καριέρας μου υπήρξε πιθανώς μια ευκαιρία να ενταχθώ σε ελληνική ομάδα, αλλά δεν προχώρησε λόγω των συμβολαίων. Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω παρακολουθήσει ιδιαίτερα το ελληνικό πρωτάθλημα. Από τότε που βρίσκομαι στην Ευρώπη, δεν έχω καταφέρει να παρακολουθώ συστηματικά τα εγχώρια πρωταθλήματα. Βλέπω ορισμένα παιχνίδια Κυπέλλου και συνήθως τους τελικούς, αλλά δεν έχω ασχοληθεί σε βάθος με το ελληνικό πρωτάθλημα.
Υπάρχει κάτι που δεν έχεις καταφέρει ακόμη στην καριέρα σου και εξακολουθείς να θέλεις να πετύχεις ή πλέον αγωνίζεσαι κυρίως για την αγάπη σου για το παιχνίδι;
«Στα 36 μου, δεν υπάρχουν πολλά περισσότερα που μπορώ να πετύχω σε ατομικό επίπεδο. Δεν κυνηγάω τον τίτλο του πρώτου σκόρερ ούτε το βραβείο του MVP. Αυτή τη στιγμή, προσπαθώ απλώς να προσθέσω ακόμη μία EuroLeague στο βιογραφικό μου. Αυτό είναι που με κρατάει σε εγρήγορση. Όλα τα υπόλοιπα, όσον αφορά τα ατομικά επιτεύγματα, τα έχω ήδη καταφέρει. Έχω κάνει όσα έχω κάνει και είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με αυτά».
Κλείνοντας, πώς είναι η συνεργασία σου με τον Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, έναν από τους κορυφαίους προπονητές του ευρωπαϊκού μπάσκετ;
«Απαιτεί από όλους να λογοδοτούν για όσα κάνουν. Δεν έχει σημασία ποιος είσαι, αν είσαι βετεράνος ή νεότερος παίκτης. Αντιμετωπίζει τους πάντες με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι χαρακτηριστικό πολλών σπουδαίων προπονητών. Δεν φοβάται να επισημάνει σε κανέναν τι κάνει λάθος, ανεξάρτητα από το ποιος είναι.
Σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω ότι έχουμε μια αρκετά καλή σχέση. Επικοινωνούμε καλά, μου εξηγεί τι χρειάζεται να κάνω και τι περιμένει από εμένα. Επομένως, δεν έχω κανένα παράπονο».

