Skip to content Skip to footer

Προσαρμόστηκε, περίμενε, χτύπησε: Η Ελλάδα που νίκησε τη Γερμανία

Η Εθνική Ελλάδας νίκησε για πρώτη φορά στην ιστορία της τη Γερμανία στο πλαίσιο της δεύτερης αγωνιστικής του Nations League, δείχνοντας στον αγωνιστικό χώρο μια αγωνιστική προσέγγιση και νοοτροπία, που της έλειψε στα προηγούμενα επίσημα παιχνίδια της.

Υπάρχουν βραδιές που μένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. Φωλιάζουν στη μνήμη σου και δεν φεύγουν ποτέ από αυτή. Θυμάσαι πού ήσουν. Θυμάσαι ποιος ήταν δίπλα σου. Θυμάσαι τη στιγμή που σηκώθηκες από τον καναπέ. Θυμάσαι εκείνο το «ΟΧΙ!» του Τζολάκη. Θυμάσαι τον Κουρμπέλη να σουτάρει. Την μπάλα να βρίσκει πάνω στο σώμα του Κίμιχ. Να αλλάζει πορεία. Και να καταλήγει στα δίχτυα.

Ένας τέτοιος αγώνας, μία τέτοια βραδιά ήταν και η ιστορική νίκη της Εθνικής μας ομάδας απέναντι στην Γερμανία στο Άουγκσμπουργκ.

Γερμανία – Ελλάδα 0-1. Για πρώτη φορά στην ιστορία. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις φωνές και στις αγκαλιές των διεθνών, τελείωσε κάτι που κουβαλούσαμε για χρόνια.

Όχι μια παράδοση. Μια νοοτροπία. Η Ελλάδα δεν έγινε ξαφνικά υπερδύναμη. Έγινε όμως μια ομάδα που οδηγεί το παιχνίδι απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο εκεί που το θέλει αυτή, προκειμένου να φύγει νικήτρια.

ΜΙΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Η Γερμανία είχε την μπάλα στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Η Γερμανία είχε τον έλεγχο σε μεγάλα διαστήματα. Η Γερμανία έβαλε την Ελλάδα βαθιά στο δικό της μισό και την ανάγκασε να αμυνθεί για πολλή ώρα.

Και αυτό δεν είναι αποτυχία της Εθνικής. Είναι μέρος της νίκης της. Γιατί το δύσκολο δεν ήταν να φτιάξει η Ελλάδα δέκα ευκαιρίες. Το δύσκολο ήταν να μείνει όρθια όταν η Γερμανία άρχισε να ανεβάζει στροφές. Και έμεινε.

Ο Τζολάκης χρειάστηκε να επέμβει, ο Αντεγέμι βρήκε μπροστά του έναν τερματοφύλακα που δεν λύγισε, ο Κίμιχ είδε τον Έλληνα γκολκίπερ να του λέει «όχι» σε εκτέλεση φάουλ και η άμυνα άντεξε τις γερμανικές επιθέσεις.

Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κρατήσουμε. Η Ελλάδα δεν κέρδισε επειδή δεν φοβήθηκε. Κέρδισε επειδή φοβήθηκε και δεν πανικοβλήθηκε. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.

Δεν χρειάζεται να έχεις την μπάλα για να ελέγχεις ένα παιχνίδι

Αυτό είναι το πρώτο μάθημα του Άουγκσμπουργκ. Η Ελλάδα δεν προσπάθησε να ανταγωνιστεί τη Γερμανία στην κατοχή. Προσπάθησε να της στερήσει το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να της προσφέρει η κατοχή: τον χώρο.

Οι γραμμές έπρεπε να μείνουν κοντά. Ο άξονας έπρεπε να προστατευτεί. Οι παίκτες έπρεπε να κινούνται σαν σύνολο. Κάθε φορά που ένας Έλληνας έβγαινε από τη θέση του, κάποιος άλλος έπρεπε να καλύψει.

Και αυτή η πειθαρχία είχε ένα αποτέλεσμα: η Γερμανία κυκλοφορούσε την μπάλα, αλλά δεν μπορούσε πάντα να μετατρέψει αυτή την κυκλοφορία σε καθαρές ευκαιρίες.

Η ΕΠΟ στάθηκε ακριβώς σε αυτό: στην εξαιρετική ομαδική αμυντική λειτουργία με την οποία η Ελλάδα άντεξε την πίεση και στη συνέχεια ισορρόπησε την αναμέτρηση.

Αυτό δεν είναι «ταμπούρι». Είναι έλεγχος χώρου. Και για να το κάνεις απέναντι σε μια ομάδα με την ποιότητα της Γερμανίας, χρειάζεται πειθαρχία.

Και μετά ήρθε η προσαρμοστικότητα

Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του αγώνα. Γιατί η Ελλάδα δεν έπαιξε επί 90 λεπτά ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό είναι καλό. Πολύ καλό.

Στο πρώτο κομμάτι του αγώνα προτεραιότητα ήταν να κλείσει τους χώρους και να επιβιώσει από την ένταση της Γερμανίας.

Στην αρχή του δεύτερου ημιχρόνου η Γερμανία συνέχισε να πιέζει και ο Τζολάκης χρειάστηκε να επέμβει σε σουτ του Κοντέ και του Κίμιχ.

Και τότε ο Γιοβάνοβιτς άλλαξε το παιχνίδι. Στο 59′ μπήκαν οι Κουρμπέλης και Ιωαννίδης.

Η Ελλάδα απέκτησε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Περισσότερη δύναμη. Περισσότερες δεύτερες μπάλες. Καλύτερη δυνατότητα να κρατήσει την μπάλα ψηλότερα. Και κυρίως, μεγαλύτερη απειλή στη μετάβαση. Δεν ήταν μια αλλαγή απλώς για να «φρεσκάρει» την ομάδα.

Ήταν μια αλλαγή που έλεγε:Τώρα που η Γερμανία έχει ανέβει ακόμη περισσότερο, μπορούμε να βρούμε χώρο πίσω της. Και τον βρήκαμε.

Η Ελλάδα έγινε κυνική ακριβώς όταν έπρεπε

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη επιτυχία της Εθνικής μας στο χθεσινό παιχνίδι. Έδειξε μια κυνικότητα που δεν εμφάνιζε στα προηγούμενα κομβικά παιχνίδια της.

Κυνικότητα δεν σημαίνει ότι κερδίζεις χωρίς ευκαιρίες. Σημαίνει ότι δεν χρειάζεσαι πολλές για να τιμωρήσεις τον αντίπαλο.

Στο 67′ η Ελλάδα είχε την τεράστια ευκαιρία με τον Ιωαννίδη. Ο Παυλίδης πίεσε τον Κίμιχ, έκλεψε την μπάλα και η Ελλάδα βγήκε σε κατάσταση τρεις εναντίον δύο. Ο Ιωαννίδης βρέθηκε απέναντι από τον Νίμπελ, αλλά πλάσαρε άουτ.

Στο σημείο εκείνο οι παίκτες του Ιβάν Γιοβάνοβιτς δεν πανικοβλήθηκαν. Δεν σταμάτησε να ψάχνουν τη στιγμή τους. Και επτά λεπτά αργότερα, ήρθε και δεν την άφησαν να περάσει ανεκμετάλλευτη.

Παυλίδης. Τζόλης. Κουρμπέλης. 0-1. Μία από τις ελάχιστες πραγματικά καθαρές επιθετικές στιγμές της Ελλάδας στο δεύτερο μέρος μετατράπηκε σε γκολ.

Αυτό είναι κυνικότητα. Και εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: Η κόντρα στο σουτ του Κουρμπέλη είχε τύχη. Η επιλογή της επίθεσης, όμως, δεν είχε.

Η Ελλάδα είχε αναγνωρίσει ότι η Γερμανία είχε ανοίξει. Επιτέθηκε στον χώρο. Και όταν η μπάλα έφτασε στον Κουρμπέλη, εκείνος έκανε την προσποίηση, βρήκε χώρο για το σουτ και δικαιώθηκε.

Η τύχη βοήθησε το γκολ. Η κυνικότητα δημιούργησε τη στιγμή.

Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με το παρελθόν Παλαιότερα, σε ένα τέτοιο παιχνίδι, η Ελλάδα μπορούσε να κάνει εξαιρετική δουλειά για 80 λεπτά και να χάσει επειδή δεν ήξερε τι να κάνει όταν κέρδιζε την μπάλα.

Αυτή τη φορά ήξερε. Και αυτό είναι τεράστια εξέλιξη. Όταν η Γερμανία είχε την μπάλα, η Ελλάδα αμυνόταν. Όταν η Γερμανία έχανε την μπάλα, η Ελλάδα επιτιθόταν στον χώρο. Όταν η Γερμανία ανέβασε ακόμη περισσότερους παίκτες, η Ελλάδα εκμεταλλεύτηκε το μεγαλύτερο ρίσκο. Και όταν προηγήθηκε, ο Γιοβάνοβιτς άλλαξε ξανά τη δομή του.

Στο φινάλε η Ελλάδα πέρασε σε τριάδα στην άμυνα με τον Μιχαηλίδη δίπλα στους Ρέτσο και Μαυροπάνο, προσαρμοζόμενη στο νέο πρόβλημα: περισσότερους Γερμανούς κοντά στην περιοχή.

Αυτό είναι προσαρμοστικότητα.

Δεν υπάρχει ένα σχέδιο που πρέπει να εφαρμοστεί πάση θυσία. Υπάρχει το παιχνίδι. Και πρέπει να το διαβάζεις και να παίρνεις ότι σου δίνει.

Η Γερμανία είχε τα δικά της προβλήματα. Και εδώ αξίζει να δούμε και την άλλη πλευρά.

Ο Γιούργκεν Κλοπ δεν κρύφτηκε μετά το τέλος. Παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα ήταν ένας αμυντικά οργανωμένος αντίπαλος, ότι η Γερμανία χρειαζόταν περισσότερες προπονήσεις και αυτοματισμούς για να αντιμετωπίσει τέτοιου τύπου παιχνίδια και ότι η ομάδα του δεν έπαιξε με την απαιτούμενη σωματική ένταση.

Αυτό έχει σημασία. Γιατί η Ελλάδα δεν νίκησε έναν αντίπαλο που της χάρισε το παιχνίδι.Τον ανάγκασε να παίξει το παιχνίδι που δεν ήθελε.

Η Γερμανία ήθελε να δημιουργήσει. Η Ελλάδα την ανάγκασε να ψάχνει λύσεις.

Η Γερμανία ήθελε να επιτεθεί στο χώρο με τoυς γνωστούς της αυτοματισμούς. Η Ελλάδα της έκοψε αρκετές από αυτές τις διαδρομές.

Και όταν οι Γερμανοί άρχισαν να ανεβάζουν όλο και περισσότερους παίκτες, η Ελλάδα βρήκε τον χώρο για να χτυπήσει.

Αυτό δεν είναι μόνο ελληνική αποτελεσματικότητα. Είναι και τακτική προσαρμογή πάνω στον αντίπαλο.

ECONOMISTS

Κυνικότητα, υπομονή, προσαρμοστικότητα,

Αν έπρεπε να συμπυκνώσουμε όλο το ματς σε τρεις λέξεις, θα ήταν αυτές.

Προσαρμοστικότητα: Η Ελλάδα δεν προσπάθησε να παίξει ένα μόνο είδος ποδοσφαίρου.

Υπομονή: Δεν πανικοβλήθηκε όταν η Γερμανία είχε τον έλεγχο.

Κυνικότητα: Όταν ήρθε η στιγμή, την εκμεταλλεύτηκε.

Και υπάρχει και μια τέταρτη: Προσωπικότητα.

Γιατί μετά το 0-1 δεν υπήρχε μόνο η τακτική. Υπήρχε η ικανότητα να κρατήσεις το αποτέλεσμα. Να βάλεις το σώμα σου. Να κερδίσεις τη μονομαχία. Να κάνεις την απόκρουση. Να πάρεις τη σωστή θέση. Να μην πανικοβληθείς.

Και αυτή είναι τελικά η πιο σημαντική διαφορά.

Η Ελλάδα δεν κέρδισε τη Γερμανία επειδή ήταν καλύτερη σε όλα. Δεν ήταν.

Η Ελλάδα όμως ήταν καλύτερη στο να προσαρμόζεται σε αυτό που της έδινε το παιχνίδι. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό μεγάλων ομάδων.

Όχι να παίζουν πάντα καλύτερα. Να βρίσκουν τρόπους να κερδίζουν διαφορετικά παιχνίδια.

Για χρόνια, η συζήτηση για την Εθνική ήταν περίπου η ίδια:

«Πώς θα περιορίσουμε τον αντίπαλο;»

«Πώς θα μείνουμε μέσα στο παιχνίδι;»

«Πώς θα φτάσουμε μέχρι το τέλος;»

Σήμερα η ερώτηση αρχίζει να γίνεται διαφορετική:

«Πώς θα τον πληγώσουμε;»

Και αυτή η αλλαγή δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι ποδοσφαιρική.

Γιατί η Ελλάδα πλέον έχει παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν. Έχει παίκτες που μπορούν να πιέσουν. Έχει παίκτες που μπορούν να παίξουν στον χώρο. Έχει παίκτες που μπορούν να αμυνθούν. Και, κυρίως, έχει αρχίσει να αποκτά την ικανότητα να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αγωνίζεται χωρίς να χάνει την ταυτότητά της.

Αυτό είναι το πραγματικό κέρδος του Άουγκσμπουργκ.

Γιατί κάποτε η Ελλάδα έμπαινε απέναντι στη Γερμανία και αναρωτιόταν αν μπορεί να την κοιτάξει στα μάτια.

Χθες την κοίταξε. Την διάβασε. Προσαρμόστηκε. Άντεξε. Την χτύπησε. Και την κέρδισε.

Και κάπως έτσι έγραψε μια από τις πιο χρυσές σελίδες στην ιστορία της. Και έρχονται και άλλες…