Η πιο συναρπαστική Πρέμιερ Λιγκ των τελευταίων ετών επρόκειτο να ξεκινήσει με τους λεγόμενους «μεγάλους» του αγγλικού ποδοσφαίρου να έχουν προχωρήσει σε μερικές ιστορικές αλλαγές. Ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι ένα: Δεν γίνεται να πετύχουν όλοι ενώ κάποιος από αυτούς θα το «πληρώσει» ακριβά…
Η Πρέμιερ Λιγκ είναι χωρίς καμία αμφισβήτηση το κορυφαίο και πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του κόσμου. Το φετινό πρωτάθλημα ωστόσο θα είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο και αμφιλεγόμενο των τελευταίων ετών καθώς οι σαρωτικές αλλαγές στους περισσότερους πάγκους των ομάδων αναμένονται να ταράξουν τα νερά.

Μια κοινή συνισταμένη
Η κοινή συνισταμένη που ακολούθησαν τόσο οι ομάδες που άλλαξαν τους προπονητές τους όσο και εκείνες που παρέμειναν με τους ίδιους στον πάγκο είναι μία. Νεαροί φιλόδοξοι προπονητές οι οποίοι θέλουν να πετύχουν στο κορυφαίο επίπεδο παίζοντας εντυπωσιακό και επιθετικό ποδόσφαιρο. Πέρα του Μικέλ Αρτέτα ο οποίος πλέον παρά το νεαρό της ηλικίας του έχει αποκτήσει εμπειρίες στο κορυφαίο επίπεδο, όλοι οι υπόλοιποι αναζητούν το επόμενο μεγάλο βήμα της καριέρας τους. Ο Ιραόλα εντυπωσίασε τους πάντες με το εκπληκτικό ποδόσφαιρο της Μπόρνμουθ, ο Ντε Τσέρμπι σταθερά παρουσίαζε σύνολα τα οποία μπορούσαν να παίξουν εξαιρετικά με την μπάλα στα πόδια. Από την άλλη η πορεία τόσο του Έντσο Μαρέσκα και του Τσάμπι Αλόνσο σε Τσέλσι και Ρεάλ Μαδρίτης πήρε μια κακή τροπή. Και οι δύο ήταν προπονητές με επιτυχίες σε ομάδες μικρότερου βεληνεκούς ωστόσο αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα όταν βρέθηκαν στο επόμενο επίπεδο. Ο Κάρικ από την άλλη έχει την μεγάλη ευκαιρία να επαναφέρει την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο σημείο που της αρμόζει σύμφωνα με την ιστορία και το DNA του συλλόγου.
Βλέπουμε λοιπόν πως όλοι οι προπονητές θέλουν να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στο κορυφαίο επίπεδο, σε ομάδες που επιβάλλεται κάθε χρόνο να διεκδικούν το πρωτάθλημα καθώς αν αυτό δεν κατέστη δυνατό τότε η χρονιά είναι αποτυχημένη.
Το δύσκολο έργο και ο ανταγωνισμός
Η Πρέμιερ Λιγκ έχει πλέον αποκτήσει όμως και άλλες σταθερές δυνάμεις λόγο της απουσίας των παραδοσιακών «μεγάλων» του αγγλικού ποδοσφαίρου. Η Μπράιτον, η Άστον Βίλα, η Νιούκαστλ και μερικές ακόμα ομάδες σταθέρα τα τελευταία χρόνια μπορεί να μην διεκδικούν το πρωτάθλημα, ωστόσο συνήθως καταφέρουν να κερδίσουν κάποιο ευρωπαϊκό εισιτήριο. Άρα οι νέοι προπονητές οι οποίοι θέλουν να αναγεννήσουν τις ομάδες τους θα πρέπει πρώτα να προσπεράσουν τις ομάδες όπου πλέον έχουν πάρει την θέση τους στα υψηλά στρώματα της βαθμολογίας. Αυτό ισχύει τόσο για την Τότεναμ και την Τσέλσι, οι οποίες δεν κατάφεραν να πάρουν κάποιο ευρωπαϊκό εισιτήριο όσο και για τις διεκδικήτριες του τίτλου όπως η Λίβερπουλ και η Μάντσεστερ Σίτι.
Η μεταξύ του «διαμάχη» και το μόνο σίγουρο
Οι ομάδες όπως είπαμε ακολούθησαν ένα κοινό μοτίβο. Νεαροί προπονητές, φιλόδοξοι, με νέες ιδέες οι οποίοι θέλουν να παίζουν θεαματικό ποδόσφαιρο. Όταν μια ομάδα θέλει να διεκδικεί τίτλους και πρωταθλήματα θα πρέπει η κατεύθυνση της, ο τρόπος δηλαδή που αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο να είναι θετικός. Για να μπορέσεις να ξεχωρίσεις πρέπει να έχεις κυριαρχική εικόνα μέσα στον αγωνιστικό χώρο και η ομάδα σου πρέπει να έχει επιθετική διάθεση. Ως προς αυτή την κατεύθυνση οι επιλογές των νέων προπονητών των ομάδων είναι σωστή.Μιλάμε για ανθρώπους νεαρής ηλικίας οι οποίοι διψάνε για επιτυχίες και θέλουν οι ομάδες τους να κυριαρχούν στον αγωνιστικό χώρο. Ακόμα και η Άρσεναλ αλλά και ο Μικέλ Αρτέτα ο οποίος δέχτηκε σκληρή κριτική για τον τρόπο παιχνιδιού του θα αλλάξει την αγωνιστική ταυτότητα της ομάδας του.
Το μόνο βέβαιο όμως μέσα σε όλον αυτό τον παροξυσμό των μεγάλων αλλαγών γεννιέται το εξής ερώτημα. Γίνεται όλοι αυτοί οι προπονητές να πετύχουν; Η απάντηση είναι πως όχι. Σε αυτό το επίπεδο το παραμικρό λάθος, η απώλεια βαθμών, η έλλειψη ποιότητας και κυνισμού μπορεί να κοστίσει. Και μιλάμε για σωματεία τα οποία πρέπει να διεκδικούν τίτλους. Είναι αποτυχία για την Μάντσεστερ Σίτι να μην διεκδικεί το πρωτάθλημα. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις υπόλοιπες ομάδες, ακόμα και για την Τσέλσι και την Τότεναμ οι οποίες έχουν να διαβούν πιο δύσκολο δρόμο από τους υπόλοιπους. Επομένως δεν γίνεται όλες οι ομάδες να πετύχουν καθώς είναι αδύνατον όλες να διεκδικήσουν μέχρι τέλους το πρωτάθλημα, τα κύπελλα και τις ευρωπαϊκές πορείες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιός από όλους αυτόυς θα την «πληρώσει» όμως το μόνο σίγουρο είναι πως κάποιος θα το πάθει και η ζημιά που μπορεί να έχει στο προπονητικό του προφίλ και μέλλον μπορεί να είναι ανεπανόρθωτη.
Και γιατί ανεπανόρθωτα; Γιατί σε αυτό το επίπεδο τα λάθη δεν συγχωρούνται εύκολα. Αυτό φαίνεται και από άλλες περιπτώσεις προπονητών οι οποίοι δεν κατάφεραν να αντέξουν σε αυτή την πίεση που διατρέχει τόσο μεγάλους συλλόγους. Ο Έρικ Τεν Χαγκ για παράδειγμα, ένας προπονητής ο οποίος αναγέννησε τον Άγιαξ δεν μπόρεσε να κερδίσει ποτέ την εμπιστοσύνη και τον κόσμο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ενώ έκανε μερικά τραγικά λάθη. Ο Ροσίνιορ ένας επίσης νεαρός και φιλόδοξος προπονητής έφυγε από την Τσέλσι μέσα σε 3 μήνες. Και μην πηγαίνουμε μακριά. Ο Τσάμπι Αλόνσο αποχώρησε κακήν κακώς από την Ρεάλ Μαδρίτης λόγο των διάφορων προβλημάτων της ομάδας και βρίσκεται σε έναν σύλλογο όπου δεν έχει την ανάλογη υπομονή για να στηρίξει ένα πρότζεκτ.
Υπάρχουν φυσικά και άλλα παραδείγματα όπως του Σλοτ, του Αμορίμ, του Φρανκ και πολλών ακόμα οι οποίοι είχαν επίσης τις ίδιες περγαμηνές με τους τωρινούς και τα δικά τους λάθη δεν συγχωρέθηκαν. Άρα το μόνο το οποίο έχουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να δούμε τα πρώτα σημαντικά δείγματα τα οποία θα μας παραθέσουν οι νέοι και παλιοί πρωταγωνιστές της Πρέμιερ Λιγκ, για να μπορέσουμε να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.


