Σαν σήμερα πριν από 12 χρόνια (5 Ιανουαρίου 2014) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών, μια από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές μορφές που έχει δει ο πλανήτης. Ο Εουσέμπιο.
Το ημερολόγιο έγραφε 5 Ιανουαρίου του 2014. Ήταν η μέρα που το ποδόσφαιρο έγινε πιο φτωχό, καθώς αποχαιρέτησε έναν από τους σπουδαιότερους και αυθεντικότερους μύθους του, τον Εουσέμπιο.
Ο θρυλικός Πορτογάλος επιθετικός, σε ηλικία 71 ετών, έχοντας αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια, άφησε την τελευταία του πνοή στην πρωτεύουσα της Πορτογαλίας και γενέτειρα της Μπενφίκα, Λισαβόνας, έπειτα από ανακοπή που υπέστη.
Ο Εουσέμπιο ντα Σίλβα Φερέιρα, όπως ήταν ολόκληρο το όνομά του, δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος σκόρερ, ούτε μόνο σύμβολο της Μπενφίκα και της Πορτογαλίας. Ήταν η απόδειξη ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι φωνή, λύτρωση, διέξοδος και πεπρωμένο μαζί.

Σε μια εποχή δίχως social media και ατελείωτα πλάνα στην τηλεόραση, ο Εουσέμπιο κατάφερε να γίνει παγκόσμιος σταρ, με την εκρηκτική του ταχύτητα, τα αστραπιαία σουτ, τη μοναδική του χάρη και το χαμόγελό του. Κυρίως όμως με τον τρόπο που έπαιζε, που ήταν πάντοτε σαν να κουβαλούσε κάτι παραπάνω από μια μπάλα.

Από τη Μοζαμβίκη στο πεπρωμένο
Ο Εουσέμπιο γεννήθηκε το 1942 στις όχθες του Ινδικού Ωκεανού, στη συνοικία του Σουλ Ντο Σάβε του Λοουρένσο Μάρκες, που αργότερα ονομάστηκε Μαπούτο, στη Μοζαμβίκη, τότε Πορτογαλική αποικία. Μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με το ποδόσφαιρο να αποτελεί τη διέξοδό του από τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Έπαιζε ξυπόλυτος σε χωμάτινα γήπεδα και με αυτοσχέδιες μπάλες, τις οποίες τις έφτιαχναν από εφημερίδες. Ωστόσο οι εφημερίδες αυτές πριν πάρουν το σφαιρικό αυτό σχήμα και γίνουν πρωταγωνίστριες στο παιχνίδι των μικρών αγοριών, τους μάθαιναν τις ειδήσεις από όλον τον πλανήτη.
Ο Εουσέμπιο και η παρέα του, δεν έβλεπαν την ώρα για να διαβάσουν (έστω και με 2-3 μέρες καθυστέρηση) για τον ανερχόμενο σταρ της Βραζιλίας Γκαρίντσα, αλλά και για τον 16χρονο Πελέ που έκανε ντεμπούτο με γκολ για τη “σελεσάο” το 1957 και έμοιαζε με το next big thing του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.
Αυτη η παρέα δημιούργησε την ποδοσφαιρική ομάδα “Os Brasileiros” (=οι Βραζιλιάνοι) και κάθε ένας είχε από ένα παρατσούκλι. Του Εουσέμπιο ήταν “Πελέ”.
Εκεί ήταν όμως που διαμορφώθηκε κάτι που δεν μπορεί να διδαχθεί. Η σχέση του με την μπάλα και το ποδοσφαιρικό ένστικτο που είχε σε όλη του την καριέρα.
Ο Εουσέμπιο ήταν το τελευταίο παιδί μια τετραμελούς οικογένειας. Ο πατέρας του, Λαουρίντο Αντόνιο Φερέιρα ντα Σίλβα, ήταν ένας λευκός εργάτης σιδηροδρόμων από το Μαλάνζε της Ανγκόλας. Έφυγε ωστόσο νωρίς από τη ζωή, όταν ο Εουσέμπιο ήταν μόλις 8 ετών, από τέτανο. Έτσι η μητέρα του, Ελίζα Ανισσαμπένι, μια μαύρη γυναίκα από τη Μοζαμβίκη, ανέλαβε εξολοκλήρου τη φροντίδα των παιδιών της.

Η άρνηση στη Γιουβέντους και η “πόρτα” από την Μπενφίκα
Όσο ο …Μοζαμβικανός Πελέ μεγάλωνε, τόσο μεγάλωναν και οι ικανότητες του και πλέον ήταν θέμα χρόνου να κάνει το επόμενο βήμα. Ένας φίλος των μεγαλύτερων αδερφών του, ο Ιλάριο ντα Κονσεϊσάο, αγωνιζόταν στην Σπόρτινγκ ντε Λουρένσο Μάρκες, τη θυγατρική της Σπόρτινγκ Λισαβόνας στη Μοζαμβίκη.
Γνωρίζοντας το μεγάλο ταλέντο του Εουσέμπιο, μίλησε με τους ιθύνοντες της ομάδας και κανόνισε δοκιμή για εκείνον. Εκείνος όμως δεν το δέχθηκε, καθώς ήθελε πάση θυσία να αγωνιστεί στην Ντεπορτίβο που ήταν η θυγατρική της Μπενφίκα, καθώς ένας συντοπίτης του, ο Μάριο Κολούνα, αγωνιζόταν εκεί και τον είχε ως είδωλο.
Προσπάθησε να δοκιμαστεί στην Ντεπορτίβο αλλά και τις δύο φορές που το έκανε η πόρτα ήταν κλειστή. Έτσι πήρε την αποφάσεις να ενταχθεί στη Σπόρτινγκ. Το μόνο που τον ένοιαζε περισσότερο από κάθε άλλο ήταν να μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο.
Η μητέρα του ποτέ δεν ήθελε ο γιος της να ακολουθήσει τον δρόμο του ποδοσφαίρου και ήταν ανένδοτη ακόμα και όταν η Γιουβέντους έδειξε ενδιαφέρον για τον Εουσέμπιο σε ηλικία 15 ετών.
Ένας σκάουτ της, ο οποίος ήταν διάσημος Ιταλός τερματοφύλακας της Γιουβέντους, με είδε και τους είπε ότι υπάρχει ένα αγόρι με δυνατότητες και θα ήταν καλό να το αξιοποιήσουμε, όσο είναι άγνωστο ακόμα. Η Γιουβέντους ήρθε, αλλά η μητέρα μου δεν άκουσε τίποτα από κανέναν
Η άρνηση όμως αυτή της μητέρας του, χωρίς να το ξέρει, διαμόρφωσε το ποδόσφαιρο των επόμενων 70 ετών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το βήμα στην Μπενφίκα
4 χρόνια πέρασε στη Σπόρτινγκ της πατρίδας του (τα δύο με τη δεύτερη ομάδα), μετρώντας μάλιστα σε 42 αγώνες 77 γκολ, κατακτώντας ένα πρωτάθλημα Μοζαμβίκης και ένα περιφερειακό πρωτάθλημα.
Ο Ιλάριο πλέον ανήκε στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ, ως δεξιός οπισθοφύλακας, αλλά και πάλι όταν πρότεινε στη διοίκηση της ομάδας να αποκτήσουν τον Εουσέμπιο, εκείνος και πάλι ήταν αρνητικός.
Δεν θέλω απλά να δοκιμαστώ, θέλω να παίξω
Ο Ζοσέ Κάρλος Μπάουερ, πρώην μέσος της Μπενφίκα και της Βραζιλίας και πλέον προπονητής της Σάο Πάολο, βρέθηκε στην Πορτογαλική Ανατολική Αφρική για περιοδεία της ομάδας του το 1960.
Εκείνος εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ με τον Εουσέμπιο, ο οποίος σύμφωνα με μαρτυρίες διάνυε τα 100 μέτρα σε 11 δευτερόλεπτα και είχε τους μεγαλύτερους τετρακεφάλους ποδοσφαιριστή που έχουν μετρηθεί ποτέ. Πρώτο μέλημα του Μπάουερ ήταν να τον προτείνει στην πρώην ομάδα του, αλλά η Σάο Πάουλο προσπέρασε αυτήν την ευκαιρία.
Όταν ο δρόμος τον έφερε στη Λισαβόνα, συναντήθηκε σε ένα κουρείο με τον πρώην προπονητή της Σάο Πάουλο και εκείνη την εποχή της Μπενφίκα, Μπέλα Γκούτμαν. Ο Ούγγρος αφού πρώτα τσέκαρε τα χαρακτηριστικά του νεαρού Εουσέμπιο, αποφάσισε να μιλήσει με τη διοίκηση.

Κωδική ονομασία: Ruth Malosso
Ο φόβος σύγκρουσης με τη Σπόρτινγκ ώθησε τη Μπενφίκα και τον Γκούτμαν να κινηθούν με άκρα μυστικότητα για την απόκτηση του Εουσέμπιο, χρησιμοποιώντας την κωδική ονομασία «Ruth Malosso» ώστε να μην αναφέρεται το πραγματικό του όνομα.
Η Μπενφίκα έστειλε εκπρόσωπο στη Μοζαμβίκη και του πρότεινε κανονικό συμβόλαιο, σε αντίθεση με τη Σπόρτινγκ που τον ήθελε χωρίς αμοιβή. Προσέφερε 2.500 εσκούδα για τρία χρόνια, ποσό που διπλασιάστηκε μετά από διαπραγμάτευση με την οικογένειά του.
Το συμβόλαιο υπογράφηκε από τη μητέρα του, η οποία κατέθεσε τα χρήματα σε τράπεζα με τον όρο να επιστραφούν αν ο γιος της δεν πετύχαινε στην Πορτογαλία.
Παρά τις κατηγορίες της Σπόρτινγκ, ο Εουσέμπιο ξεκαθαρίζει ότι η Μπενφίκα ήταν η μόνη που σεβάστηκε και πλήρωσε πραγματικά την αξία του.

Το φασιστικό καθεστώς
Η Πορτογαλία και οι αποικίες της εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό τις εντολές του δικτάτορα Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ.
Το φασιστικό καθεστώς του Σαλαζάρ, χρησιμοποίησε την αγωνιστική άνοδο της Μπενφίκα και την επιτυχία μαύρων ποδοσφαιριστών από τις αφρικανικές αποικίες ως μέσο πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής εκτόνωσης.
Μέσω του «Estatuto da Indigena», το καθεστώς επέτρεψε την περιορισμένη αφομοίωση «εξευρωπαϊσμένων» ιθαγενών, χωρίς πλήρη δικαιώματα ή υπηκοότητα, ανοίγοντας όμως τον δρόμο για τη μετακίνηση Αφρικανών παικτών στην Πορτογαλία.
Έτσι, σύλλογοι της Λισαβόνας και του Πόρτο ενισχύθηκαν με κορυφαία ταλέντα από την Αφρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Ματατέου της Μπελενένσες, ένας από τους πρώτους μεγάλους Αφρικανούς σταρ, τον οποίο θαύμαζε ο Εουσέμπιο, αν και δεν αγωνίστηκαν ποτέ μαζί σε επίσημο αγώνα.
Η απροσδιόριστη άφιξη
Η άφιξη του Εουσέμπιο στη Λισαβόνα τον Δεκέμβριο του 1960 παραμένει ασαφής ως προς την ακριβή ημερομηνία, με τον ίδιο να αναφέρει άλλοτε τη 15η και άλλοτε τη 17η. Παρότι τον υποδέχθηκαν άνθρωποι της Μπενφίκα και ο Μπέλα Γκούτμαν, η παρουσία δημοσιογράφου αποκάλυψε πρόωρα τη μεταγραφή και προκάλεσε συναγερμό στους ανταγωνιστές.
Για να αποφευχθεί πιθανή «αρπαγή» του παίκτη πριν ολοκληρωθεί επίσημα η συμφωνία με τη Ντεσπορτίβο Λουρένσο Μάρκες, η Μπενφίκα τον έκρυψε για 12 ημέρες σε ξενοδοχείο στο Λάγος.
Παρά τις σκληρές διαπραγματεύσεις και το ρίσκο, ο Γκούτμαν έπεισε τη διοίκηση να πληρώσει μεγάλο ποσό για έναν άπειρο ακόμα παίκτη. Αν και ο Εουσέμπιο σκέφτηκε να επιστρέψει στη Μοζαμβίκη, με παρότρυνση της μητέρας του παρέμεινε, προπονήθηκε σκληρά και μέχρι την επίσημη εγγραφή του τον Μάιο του 1961 προετοιμάστηκε για τη μεγάλη πρόκληση που θα ακολουθούσε.

Ένα αστέρι γεννιέται
Ο Εουσέμπιο ξεχώρισε από νωρίς για την αστείρευτη εργατικότητά του και τη δίψα του για βελτίωση. Στην Πορτογαλία, με καλύτερες συνθήκες προπόνησης, αφιέρωνε επιπλέον χρόνο εξασκώντας το σουτ του με εκατοντάδες επαναλήψεις καθημερινά, δουλεύοντας και με τα δύο πόδια. Η πειθαρχία και η αφοσίωσή του αποτέλεσαν τη βάση για τη ραγδαία εξέλιξή του.
Αναζητώντας συνεχώς τρόπους να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση, επινόησε ακόμα και ασκήσεις εμπνευσμένες από προπονήσεις τερματοφυλάκων, ώστε να δυναμώσει τον κορμό και την εκρηκτικότητά του. Με τη βοήθεια του Αντόνιο Σιμόες, δούλεψε ατομικά σε καταστάσεις αντίδρασης και μονομαχιών, δείχνοντας ότι στόχος του δεν ήταν απλώς να παίξει, αλλά να γίνει ο κορυφαίος.
Το ανεπίσημο ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα της Μπενφίκα έγινε σε φιλικό παιχνίδι στις 23 Μαΐου 1961, όπου πέτυχε χατ τρικ και εντυπωσίασε άμεσα. Λίγες ημέρες αργότερα, η Μπενφίκα κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών απέναντι στην Μπαρτσελόνα, σε έναν τελικό που σηματοδότησε τη μετάβαση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας από τη Ρεάλ Μαδρίτης στους «αετούς», αν και ο Εουσέμπιο δεν είχε ακόμα πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η πρώτη του εμφάνιση σε επίσημο αγώνα ήρθε στο Κύπελλο Πορτογαλίας με τη δεύτερη ομάδα, όπου σκόραρε αλλά αστόχησε και σε πέναλτι, ενώ το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα ακολούθησε λίγες ημέρες μετά, με γκολ απέναντι στην Μπελενένσες. Παρά τα θετικά δείγματα, η πραγματική του «έκρηξη» δεν ήρθε άμεσα από επίσημη διοργάνωση, αλλά από ένα φιλικό τουρνουά, προαναγγέλλοντας τη γέννηση ενός θρύλου.

Όταν επισκίασε τον Πελέ
Στο φιλικό “Tournoi de Paris”, αμέσως μετά το τέλος της σεζόν, ο Μπέλα Γκούτμαν έδωσε στον Εουσέμπιο την ευκαιρία που έμελλε να τον συστήσει στην ποδοσφαιρική Ευρώπη. Στον τελικό απέναντι στη θρυλική Σάντος του Πελέ, η Μπενφίκα βρέθηκε να χάνει με 5-0, γεγονός που οδήγησε τον Γκούτμαν να ρίξει στο παιχνίδι τον 19χρονο επιθετικό.
Από το 63ο έως το 80ό λεπτό, ο Εουσέμπιο πραγματοποίησε εντυπωσιακή εμφάνιση, σημειώνοντας χατ τρικ και κερδίζοντας πέναλτι, παρότι η Μπενφίκα γνώρισε τελικά την ήττα με 6-3. Η απόδοσή του, ωστόσο, ήταν τόσο εκρηκτική που επισκίασε το αποτέλεσμα και προκάλεσε αίσθηση στους δημοσιογράφους, οι οποίοι προσπαθούσαν να εξακριβώσουν την ταυτότητά του.

Την επόμενη ημέρα, η γαλλική «L’Équipe» έδωσε οριστική απάντηση, αφιερώνοντας την πρώτη της σελίδα όχι στον ήδη παγκόσμιο σταρ Πελέ, αλλά στον άγνωστο μέχρι τότε νεαρό της Μπενφίκα. Η φωτογραφία και το όνομα «Εουσέμπιο» σφράγισαν τη γέννηση ενός νέου φαινομένου.
Έτσι, μόλις στο τέταρτο παιχνίδι του με τη φανέλα της Μπενφίκα, ο Εουσέμπιο κατάφερε να επισκιάσει –έστω προσωρινά– τον Πελέ και να αναγγελθεί ως ο επόμενος μεγάλος πρωταγωνιστής του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Πρωταθλητής Ευρώπης απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης
Η σεζόν 1961-1962 αποτέλεσε σημείο καμπής για την καριέρα του Εουσέμπιο, καθώς στην πρώτη του πλήρη χρονιά στην Ευρώπη πέτυχε 29 γκολ σε 31 αγώνες και καθιερώθηκε ως βασικός της Μπενφίκα. Η πορεία κορυφώθηκε με την πρόκριση στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Άμστερνταμ, όπου οι «αετοί» αντιμετώπισαν τη γεμάτη εμπειρία και θρύλους Ρεάλ Μαδρίτης.
Για τον ίδιο τον Εουσέμπιο, ο τελικός είχε και έντονο συναισθηματικό φορτίο, καθώς αντίπαλός του ήταν το παιδικό του είδωλο, ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο. Παρότι μεγάλωσε στην Αφρική χωρίς να τον έχει δει ποτέ αγωνιζόμενο, οι εφημερίδες και οι ιστορίες για τη Ρεάλ των πέντε διαδοχικών Κυπέλλων Πρωταθλητριών είχαν διαμορφώσει τον μύθο του Αργεντινού στα μάτια του.

Το πρώτο ημίχρονο ανήκε στον Φέρεντς Πούσκας, που πέτυχε χατ τρικ, όμως στο δεύτερο μέρος η Μπενφίκα αντεπιτέθηκε. Το καθοριστικό σημείο ήρθε στο 64’, όταν ο Κολούνα παραχώρησε το πέναλτι στον 20χρονο Εουσέμπιο. Εκείνος ευστόχησε, σκόραρε ξανά λίγα λεπτά αργότερα και με δύο προσωπικά γκολ γύρισε οριστικά τον τελικό, χαρίζοντας στην Μπενφίκα το τρόπαιο.
Μετά τη λήξη, ο Εουσέμπιο έζησε τη στιγμή που συμβόλιζε τη μετάβαση από τον θαυμασμό στην ισοτιμία: πήρε τη φανέλα του Ντι Στέφανο, σε μια εποχή που η ανταλλαγή φανελών δεν ήταν συνηθισμένη. Είχε μόλις κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών και ταυτόχρονα είχε «υποτάξει» τους δύο μεγαλύτερους αστέρες της Ρεάλ, σηματοδοτώντας την οριστική του άνοδο στην κορυφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Η κατάρα του Γκούτμαν
Η καριέρα του Εουσέμπιο εξελίχθηκε σε μια σειρά από επιτυχίες με την Μπενφίκα, που ήδη είχε κατακτήσει πρωτάθλημα, κύπελλο Πορτογαλίας και Κύπελλο Πρωταθλητριών χάρη σε αυτόν. Για μια δεκαετία, ο “Πάνθηρας” διατηρούσε εκπληκτική φόρμα, πετυχαίνοντας πάντα πάνω από 29 γκολ ανά σεζόν και σπάζοντας όλα τα ρεκόρ στην Πορτογαλία.

Παρά τις διαδοχικές κατακτήσεις εγχώριων τίτλων και τελικών στην Ευρώπη, η “κατάρα του Γκούτμαν” φάνηκε να βαραίνει την ομάδα. Μετά το δεύτερο συνεχόμενο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο προπονητής Μπέλα Γκούτμαν ζήτησε αύξηση και, λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα του και των εβραϊκών ριζών του που δεν ταίριαζαν με το καθεστώς της δικτατορικής Πορτογαλίας, αποχώρησε. Πριν φύγει, προφήτευσε ότι η Μπενφίκα ή άλλη πορτογαλική ομάδα δεν θα ξανακατακτούσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών για τα επόμενα 100 χρόνια.
Η “κατάρα” δεν έχει διαψευστεί μέχρι σήμερα. Ακόμα και το 1990, πριν τον τελικό στη Βιέννη, ο Εουσέμπιο και άλλοι αξιωματούχοι επισκέφτηκαν τον τάφο του Γκούτμαν για να προσευχηθούν για την άρση της, αλλά η Μίλαν επικράτησε με 1-0. Η Μπενφίκα έφτασε ξανά στον τελικό της επόμενης σεζόν, πάλι απέναντι στη Μίλαν, όμως ηττήθηκε και πάλι.
Παρά αυτά, ο Εουσέμπιο διατήρησε την κορυφαία του θέση, συνεχίζοντας να κατακτά εγχώριους τίτλους και ατομικές διακρίσεις, όπως η “Χρυσή Μπάλα” του 1965. Το μόνο που απέμενε για να ολοκληρώσει το θρυλικό του βιογραφικό ήταν μια μεγάλη επιτυχία με την εθνική Πορτογαλίας.

Το Μουντιάλ του Εουσέμπιο
Ο Εουσέμπιο έκανε το διεθνές ντεμπούτο του τον Οκτώβριο του 1961 απέναντι στο Λουξεμβούργο, όπου σημείωσε και το πρώτο του γκολ, αν και η Πορτογαλία ηττήθηκε 4-2 και έχασε την πρόκριση για το Μουντιάλ του 1962. Η πρώτη του συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, στο τουρνουά της Αγγλίας το 1966.
Η Πορτογαλία μπήκε δυνατά σε έναν δύσκολο όμιλο με Βουλγαρία, Ουγγαρία και την πρωταθλήτρια Βραζιλία. Παρά τη μέτρια εμφάνιση στην πρεμιέρα κόντρα στην Ουγγαρία, κέρδισαν 3-1 με τον Εουσέμπιο να σκοράρει. Ακολούθησε άλλη μια νίκη 3-0 επί της Βουλγαρίας, ενώ η ήττα της Βραζιλίας έδινε ελπίδες πρόκρισης στους Πορτογάλους.
Στον κρίσιμο αγώνα με τη Βραζιλία, που είχε χάσει τον τραυματία Πελέ, η Πορτογαλία έκανε την έκπληξη και κέρδισε 3-1, με τον Εουσέμπιο να αναλαμβάνει την επίθεση και να σκοράρει. Στα προημιτελικά, όμως, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη Βόρεια Κορέα, που αιφνιδίασε προηγούμενα, οδηγώντας το σκορ σε 3-0 μέσα σε 25 λεπτά.
Εκεί ξεδιπλώθηκε η μαγεία του “Μαύρου Πάνθηρα”. Ο Εουσέμπιο σημείωσε τέσσερα γκολ, ανατρέποντας το σκορ και οδηγώντας την Πορτογαλία στη νίκη. Το τέρμα του συμπαίκτη του, Ζοζέ Αουγκούστο, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο μπροστά στην εκρηκτική εμφάνιση του Εουσέμπιο, που έστειλε την Πορτογαλία στα ημιτελικά, όπου η Αγγλία είχε ξεκάθαρο πλάνο να τον περιορίσει.
Ο ημιτελικός του Μουντιάλ 1966 ανάμεσα σε Πορτογαλία και Αγγλία ξεκίνησε πολύ πριν τη σέντρα. Η αναμέτρηση ήταν αρχικά προγραμματισμένη στο “Γκούντισον Παρκ” του Λίβερπουλ, όπου οι Πορτογάλοι είχαν ως βάση όλο το τουρνουά και όπου είχαν ήδη αποκλείσει Βραζιλία και Βόρεια Κορέα. Ωστόσο, οι Άγγλοι κατάφεραν να μεταφέρουν τον αγώνα στο “Γουέμπλεϊ” του Λονδίνου, υποχρεώνοντας την πορτογαλική ομάδα σε νυχτερινό ταξίδι με τρένο και σε μια δύσκολη διαμονή όπου οι οπαδοί της Αγγλίας δημιούργησαν έντονη πίεση.
Παρά τα εμπόδια, ο Εουσέμπιο δεν πτοήθηκε, όμως αντιμετώπισε σκληρό μαρκάρισμα από τον Νόμπι Στάιλς, τον αμυντικό μέσο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο οποίος είχε ως αποστολή να τον περιορίσει αυστηρά. Η τακτική αυτή άφησε χώρο στον Μπόμπι Τσάρλτον να σκοράρει δύο φορές και να δώσει προβάδισμα στην Αγγλία. Ο Εουσέμπιο μείωσε με εύστοχο πέναλτι στο τέλος, σπάζοντας το εκπληκτικό ρεκόρ απαραβίαστης εστίας του Γκόρντον Μπανκς, όμως το 2-1 έμεινε μέχρι το τέλος. Ο αγώνας αυτός χαρακτηρίστηκε στην Πορτογαλία ως το “Jogo das Lágrimas” («Αγώνας των Δακρύων»).

Στον μικρό τελικό για την 3η θέση, η Πορτογαλία αντιμετώπισε τη Σοβιετική Ένωση και ο Εουσέμπιο βρέθηκε αντιμέτωπος με τον θρυλικό τερματοφύλακα Λεβ Γιασίν. Στο 12ο λεπτό εκτέλεσε πέναλτι και σημείωσε το 9ο γκολ του στο τουρνουά, πανηγυρίζοντας την τρίτη θέση για την Πορτογαλία, αλλά και τους τίτλους του πρώτου σκόρερ και του τρίτου καλύτερου παίκτη του Μουντιάλ 1966.
Η “προδοσία” που του στέρησε τη 2η Χρυσή Μπάλα
Η χρονιά θα μπορούσε να είχε κλείσει ιδανικά για τον Εουσέμπιο, ο οποίος ήδη είχε κερδίσει τη “Χρυσή Μπάλα” ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης. Ήταν ξανά στα φαβορί την επόμενη σεζόν και θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος που θα διατηρούσε τον τίτλο για δεύτερη συνεχόμενη φορά — όμως έχασε από τον Μπόμπι Τσάρλτον για μόλις έναν πόντο.
Ο Εουσέμπιο αποκάλυψε πως η διαφορά αυτή οφείλεται σε ψήφο ενός Πορτογάλου δημοσιογράφου, του Κόουτο ε Σάντος, ο οποίος ψήφισε πρώτο τον Τσάρλτον και δεύτερο τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι πίστευε πως ο Εουσέμπιο θα είχε το προβάδισμα.
Ο ποδοσφαιριστής δεν έκρυψε την πικρία του, καθώς θεώρησε πως η ψήφος αυτή ήταν μια “προδοσία” που του στέρησε τη δεύτερη “Χρυσή Μπάλα”. Σύμφωνα με φήμες της εποχής, ο δημοσιογράφος ψήφισε τον Τσάρλτον επειδή ο Εουσέμπιο είχε αρνηθεί να του δώσει συνέντευξη πριν από το Μουντιάλ.

Η κλεισμένη μεταγραφή στην Ίντερ και το στοπ του Σαλαζάρ
Ο Εουσέμπιο, παρότι είχε φτάσει στο απόγειο της καριέρας του μέσα σε μόλις πέντε χρόνια με την Μπενφίκα, βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση: τη μεταγραφή του στην Ίντερ, την κυρίαρχη ιταλική ομάδα που τον είχε νικήσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1965.
Η συμφωνία ήταν σχεδόν κλεισμένη, με ένα συμβόλαιο που θα του απέφερε ένα αστρονομικό για την εποχή ποσό (3 εκατομμύρια δολάρια), σχεδόν όσο θα κέρδιζε σε τρία χρόνια στην Πορτογαλία μέσα σε έναν μόνο μήνα στην Ιταλία.
Ωστόσο, η μεταγραφή ματαιώθηκε λόγω της παρέμβασης του δικτάτορα Σαλαζάρ, που θεωρούσε τον Εουσέμπιο «εθνικό θησαυρό» και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Παρά την απογοήτευσή του, ο ίδιος δεν κράτησε κακία στον Σαλαζάρ, κατανοώντας πως ο δικτάτορας αγαπούσε την πατρίδα του και δεν έβλεπε τον Εουσέμπιο ως απλό παίκτη, αλλά ως μέρος της εθνικής κληρονομιάς της Πορτογαλίας.
Όπως ανέφερε σε συνέντευξή του το 2008, παρά την απογοήτευση εκείνης της εποχής, σήμερα δεν μετανιώνει για την παραμονή του στην Πορτογαλία. Και σίγουρα η Μπενφίκα κέρδισε πολλά έχοντας ένα τόσο σπουδαίο παίκτη να αγωνίζεται γι’ αυτήν.
Ταπεινός και αγαπητός
Η ποδοσφαιρική μεγαλοσύνη του Εουσέμπιο δεν περιοριζόταν μόνο στην αδιαμφισβήτητη τεχνική του αρτιότητα και την ικανότητά του να σκοράρει ασταμάτητα, αλλά φαινόταν και στην ταπεινότητα με την οποία αντιμετώπιζε τον αντίπαλο και το ίδιο το παιχνίδι. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της καριέρας του ήταν στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1968, όπου, παρά το γεγονός ότι δεν βρισκόταν στην κορυφαία φυσική κατάσταση, κατάφερε να απειλήσει με ένα δυνατό φάουλ το αντίπαλο τέρμα, στέλνοντας τη μπάλα να χτυπήσει στο οριζόντιο δοκάρι και να απομακρυνθεί από τον τερματοφύλακα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Άλεξ Στέπνεϊ.
Η δύναμη και η ακρίβεια του σουτ του ήταν ενδεικτικές της ποιότητας και της μαεστρίας του, αλλά η πραγματική του αξία αποτυπώθηκε σε μια κίνηση που ακολούθησε: ο Εουσέμπιο χειροκρότησε τον αντίπαλο τερματοφύλακα, δείχνοντας τον απόλυτο σεβασμό προς τον αντίπαλο και προς το ίδιο το ποδόσφαιρο.
Ο Άλεξ Στέπνεϊ, που απέκρουσε εκείνο το κρίσιμο σουτ, θυμάται ακόμα τη χειρονομία του Εουσέμπιο με συγκίνηση και εκτίμηση. «Όταν έκανα την επέμβαση, δεν κατάλαβα αμέσως τι ακολούθησε. Αργότερα, όταν το είδα στην τηλεόραση, είδα τον Εουσέμπιο να με χειροκροτάει. Αυτός ήταν ο άνθρωπος — με τεράστιο σεβασμό για τους αντιπάλους του και για το άθλημα». Αυτή η εικόνα είναι το ζωντανό παράδειγμα του χαρακτήρα του, που συνδύαζε τη σκληρότητα και την ανταγωνιστικότητα του κορυφαίου αθλητή με την ευγένεια και τη σεμνότητα του μεγάλου ανθρώπου.
Η σχέση του Εουσέμπιο με τους αντιπάλους του ήταν πάντα γεμάτη σεβασμό και φιλία, όπως φάνηκε και στον μικρό τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966, όταν απέναντι στον Λεβ Γιασίν, τον οποίο θεωρούσε φίλο, πέτυχε γκολ και αμέσως του έδωσε το χέρι σε μια κίνηση αναγνώρισης και εκτίμησης.
Παρά τις αντιξοότητες και τις ήττες, ο Εουσέμπιο δεν έπεφτε σε κατηγορίες ή θεωρίες συνωμοσίας, αλλά διατήρησε πάντα μια στάση ωριμότητας και σεβασμού. Σχετικά με την αμφιλεγόμενη αλλαγή έδρας στον ημιτελικό του 1966 από το «Γκούντισον Παρκ» στο «Γουέμπλεϊ», ο ίδιος σχολίασε: «Οι Άγγλοι ήταν έξυπνοι και κέρδισαν από αυτή την απόφαση. Η Πορτογαλία αποδέχθηκε την απόφαση και αυτό ήταν».
Αυτή η ρεαλιστική και μετρημένη αντιμετώπιση της κατάστασης μαρτυρά την ψυχραιμία και την αθλητική ευγένεια που τον διέκρινε.
Η φιλία και η αμοιβαία εκτίμηση του Εουσέμπιο δεν περιορίζονταν μόνο στους διεθνείς αντιπάλους αλλά επεκτείνονταν και εντός Πορτογαλίας, όπου το ποδόσφαιρο χωριζόταν σε αντιπαλότητες ανάμεσα στις μεγάλες ομάδες.
Παρά τη μεγάλη διχόνοια που δημιούργησε η μεταγραφή του από τη Σπόρτινγκ στη Μπενφίκα, ο Εουσέμπιο διατηρούσε στενές φιλίες με παίκτες από όλες τις πλευρές, όπως ο συμπατριώτης του και συμπαίκτης στην εθνική Ιλάριο ή ο τερματοφύλακας της Μπενφίκα, Ντάμας. Η ανοιχτή κοινωνική ζωή και η δυνατότητα να κυκλοφορεί άνετα στη Λισαβόνα μαζί με τους φίλους του, χωρίς να φοβάται την κριτική, τον καθιστούν πρότυπο αθλητή που ένωσε και δεν διχάσε.
Η αθλητική ευγένεια του Εουσέμπιο αποτυπώθηκε σε μια όμορφη ιστορία με τον τερματοφύλακα της Πόρτο, Ρούι Τεϊσέιρα, που αντιπροσώπευε την αντίπαλη ομάδα. Σε μια στιγμή όπου η Πόρτο φαινόταν να έχει προβάδισμα για το πρωτάθλημα, ο Εουσέμπιο με αυτοπεποίθηση προέβλεψε ότι η Μπενφίκα θα κατακτούσε το πρωτάθλημα, και τελικά είχε δίκιο.
Μετά το τέλος της σεζόν, ο Ρούι τον κάλεσε τηλεφωνικά, σε μια χειρονομία αμοιβαίου σεβασμού και αναγνώρισης, αποδεικνύοντας πως το ποδόσφαιρο είναι πάνω από αντιπαλότητες και ότι ο αληθινός ανταγωνισμός συνοδεύεται από φιλία και αλληλοεκτίμηση.
Η φήμη του για το φιλικό του χαρακτήρα και την ανοιχτή ψυχή τον συνόδευε και σε κάθε ευρωπαϊκή αποστολή. Στη Βόρεια Ιρλανδία, στο γήπεδο “Γουίντσορ Παρκ” το Σεπτέμβριο του 1967, κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης της Μπενφίκα με την Γκλεντόραν για το Κύπελλο Πρωταθλητριών, έδωσε μια ακόμα παράσταση που έμεινε χαραγμένη στις μνήμες των θεατών. Μπήκε στο γήπεδο αγκαλιά με δύο μικρούς μασκότ, συνδυάζοντας παιδικότητα και θάρρος, και παράλληλα με ένα κρίσιμο γκολ στο 84ο λεπτό, ισοφάρισε για την ομάδα του, στερώντας από τους γηπεδούχους την πιο σημαντική ευρωπαϊκή νίκη στην ιστορία τους.
Όταν αποχωρούσε από το γήπεδο, χαιρέτησε με σεβασμό και εκτίμηση και τις τέσσερις εξέδρες, αποσπώντας ένα θερμό standing ovation από τους 11.000 θεατές. Ωστόσο, σε μια στιγμή βαθιάς παράδοσης, έκανε ασυναίσθητα τον σταυρό του. Το γήπεδο πάγωσε, καθώς το θρησκευτικό μίσος στην περιοχή εκείνη την εποχή ήταν έντονο, όμως το αυθεντικό χαμόγελο του Εουσέμπιο και η θετική αύρα που εξέπεμπε κατάφεραν να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να τον προστατεύσουν από πιθανές αντιδράσεις.

Το πλήρωμα του χρόνου
Η σεζόν 1972-1973 σήμανε το τέλος της λαμπρής ποδοσφαιρικής διαδρομής του Εουσέμπιο στην κορυφαία του μορφή. Παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη πάνω από τα 30, ο “Μαύρος Πάνθηρας” κατάφερε να καταγράψει μία εντυπωσιακή συγκομιδή τερμάτων, με 42 γκολ σε 33 παιχνίδια συνολικά, εκ των οποίων τα 40 ήταν σε 28 αγώνες πρωταθλήματος.
Αυτή ήταν η τελευταία σεζόν που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Μπενφίκα, οδηγώντας την στην κατάκτηση ενός ακόμη τίτλου, αλλά και στο να προσθέσει στη συλλογή του το δεύτερο “Χρυσό Παπούτσι” – ένα τρόπαιο που πιστοποιεί τον απόλυτο σκόρερ της Ευρώπης.
Ωστόσο, το φυσικό σώμα του μεγάλου άσου άρχισε να αντιστέκεται στις φθορές μιας καριέρας γεμάτης ένταση, προσπάθεια και σκληρούς αγώνες. Τα πονεμένα γόνατα, οι τραυματισμοί και η φθορά από τις συνεχείς κακουχίες δεν άφησαν το αποτύπωμά τους μόνο στο παιχνίδι του αλλά και στην ίδια του την υγεία. Η ποδοσφαιρική σεζόν εκείνης της εποχής δεν είχε καμία σχέση με τις σημερινές συνθήκες: οι αγώνες ήταν πολλές φορές σκληροί, οι μπάλες βαρύτατες όταν έβρεχε, τα παπούτσια ανεπαρκή και οι απαιτήσεις σωματικές τεράστιες.
“Οι συνθήκες είναι πολύ καλύτερες σήμερα”, είχε παραδεχτεί ο ίδιος σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, “η μπάλα που παίζαμε τότε όταν έβρεχε ζύγιζε σχεδόν ένα κιλό. Τα παπούτσια ήταν το ίδιο για όλες τις επιφάνειες. Ο φροντιστής άλλαζε τις τάπες, αλλά πολλές φορές κάποιο καρφί έμενε στο παπούτσι, με αποτέλεσμα να τρυπάει το πόδι σου και να ματώνεις. Ήταν σκληρά χρόνια.”
Πέρα από τη σωματική καταπόνηση, οι συνθήκες εργασίας των ομάδων εκείνης της εποχής δεν βοηθούσαν την ξεκούραση και την αποκατάσταση των παικτών. Η ανάγκη εξεύρεσης πόρων ανάγκαζε τους συλλόγους να δίνουν συχνά φιλικά παιχνίδια, ακόμα και εν μέσω της σεζόν, μετατρέποντας τις ομάδες σε… περιοδεύοντες θιάσους. Η Μπενφίκα δεν αποτελούσε εξαίρεση: το μεγάλο της αστέρι έπρεπε να ανταπεξέλθει σε όλα αυτά τα ματς για να δικαιολογήσει το υψηλό του συμβόλαιο, φορώντας διαρκώς το βαρύ φορτίο της ομάδας στις πλάτες του.
Αυτή η εξαντλητική ρουτίνα, σε συνδυασμό με τις σκληρές αγωνιστικές συνθήκες και τις ανεπαρκείς υποδομές της εποχής, τελικά κατέστρεψαν το σώμα του Εουσέμπιο και επισφράγισαν το τέλος μιας επικής εποχής για το ποδόσφαιρο και το σύλλογο της Λισαβόνας.
Τα 700 παχνίδια και το “what if”
Σε μία καριέρα που εκτείνεται σε 15 συναπτά έτη και περιλαμβάνει πάνω από 700 επίσημους αγώνες με τη φανέλα της Μπενφίκα, ο Εουσέμπιο έζησε τη χρυσή εποχή του ποδοσφαίρου υπό συνθήκες που σήμερα μοιάζουν σκληρές και ανελέητες. Παρόλο που τα επίσημα παιχνίδια σε διοργανώσεις δεν ξεπερνούν τα 440, η έλλειψη σύγχρονων μεθόδων προπόνησης, αποκατάστασης και διαχείρισης φορτίου είχε σημαντικό αντίκτυπο στην υγεία και τη διάρκεια της καριέρας του.

Η φθορά και οι τραυματισμοί έγιναν ορατοί σε κοινή θέα κατά την παρουσίαση του Κριστιάνο Ρονάλντο στη Ρεάλ Μαδρίτης, το καλοκαίρι του 2009. Στη μεγαλειώδη τελετή, ο θρύλος των “μερένγκες”, Αλφρέδο ντι Στέφανο, υποδέχτηκε τον νέο αστέρα που σύντομα θα διεκδικούσε τον τίτλο του κορυφαίου παίκτη. Δίπλα τους στεκόταν ο Εουσέμπιο, ο οποίος με μια ήρεμη αλλά φορτισμένη χειρονομία άκουσε τον Αργεντινό θρύλο να του λέει με νόημα: “Αυτό θα μπορούσε να ήταν δικό σου”.
Η αλήθεια είναι πως η μηχανή της Ρεάλ είχε στρέψει το βλέμμα της προς τον Πορτογάλο θρύλο ήδη από τη δεκαετία του ’60.
Ο Εουσέμπιο, με την τεράστια ικανότητα και τα αμέτρητα γκολ του, ήταν ο ιδανικός διάδοχος για να διαδεχθεί τον ντι Στέφανο. Όμως η μοίρα έπαιξε το δικό της ρόλο. Οι έξι επεμβάσεις στο ίδιο σημείο του δεξιού γονάτου που υπέστη κατά τη διάρκεια της καριέρας του αύξησαν κατακόρυφα τον κίνδυνο μιας τέτοιας μεταγραφής. Το οικονομικό ρίσκο για τη Ρεάλ ήταν τεράστιο και η πρόταση ουδέποτε προχώρησε.
Ακόμα και μέσα στην Πορτογαλία, το πρωτάθλημα που τον είχε αναδείξει επτά φορές πρώτο σκόρερ και είχε γράψει ιστορία με τα ρεκόρ του, άρχισε να φαίνεται ως ένας κύκλος που κλείνει.
Ο Εουσέμπιο βρισκόταν πλέον σε μια φάση όπου η σωματική του κατάσταση δεν επέτρεπε να συνεχίσει στο ίδιο επίπεδο, ενώ οι αναπόφευκτες επιπτώσεις από τους τραυματισμούς και την καταπόνηση στέρησαν από το μεγάλο αστέρι τη δυνατότητα να συνεχίσει να λάμπει στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το American Dream
Η μεταγραφή του Εουσέμπιο στη Βόρεια Αμερική σηματοδότησε μια νέα σελίδα στην καριέρα του, μακριά από τα ευρωπαϊκά γήπεδα και τις ατέλειωτες μάχες της Μπενφίκα. Ακολούθησε τον φίλο και συμπαίκτη του στην εθνική Πορτογαλίας, Αντόνιο Σιμόες, και υπέγραψε με τους Βοστόνη Μίνιτμεν, ομάδα του νεοσύστατου τότε NASL, που του πρόσφερε αποδοχές αντάξιες 3-4 ετών στην Πορτογαλία — μια πρόταση που ανέδειξε τη σημασία της Βόρειας Αμερικής ως νέα εστία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Παρά τα μεγάλα χρήματα, όμως, τα προβλήματα στο γόνατό του, η διαφορετική ατμόσφαιρα και η πίεση να αποδείξει την αξία του ανάμεσα σε μεγάλα ονόματα, όπως ο Πελέ, που είχε φτάσει εκεί την ίδια εποχή, περιόρισαν τη συμμετοχή του. Αγωνίστηκε μόλις σε 7 παιχνίδια, καταγράφοντας δύο τέρματα και αναλαμβάνοντας τον αρχηγικό ρόλο στην ομάδα.
Η νέα σεζόν τον βρήκε στον Καναδά, στους Τορόντο Μέτρος Κροάσια, όπου το οικονομικό κλίμα της ομάδας ήταν ήδη τεταμένο. Με απολαβές 1.000 δολαρίων ανά αγώνα, ξεκίνησε βασικός, αλλά σύντομα ο εκκεντρικός προπονητής Ιβάν Μάρκοβιτς έχασε την εμπιστοσύνη του και τον έστειλε στον πάγκο.
Σε ένα περιβάλλον γεμάτο οικονομικά προβλήματα και εσωτερικές αναταραχές, ο Εουσέμπιο φαινόταν αποκομμένος και εκτός ρυθμού. Παρά το σερί 7 αγώνων χωρίς γκολ, κατάφερε να σκοράρει σε μια κρίσιμη νίκη 2-1, αλλά η αλλαγή προπονητή ήταν μονόδρομος. Ως αρχηγός, όμως, οδήγησε την ομάδα μέχρι τον τελικό του Soccer Bowl το 1976, εκεί όπου η οικονομική κρίση ανάγκασε τους Καναδούς να δανειστούν τον γιατρό της αντίπαλης ομάδας, των Σιάτλ Σάουντερς.
Η αφοσίωση και το πείσμα του Εουσέμπιο αποδείχθηκαν με το γκολ που σημείωσε στον τελικό, οδηγώντας τους Τορόντο σε νίκη 3-0, λίγους μήνες πριν ο Πελέ αρχίσει τη δική του αμερικανική περιπέτεια, εισπράττοντας – όπως ο ίδιος υποστήριξε – μισθό 500.000 δολαρίων ετησίως. Στο μεταξύ, ο Εουσέμπιο δοκίμασε και το μεξικανικό πρωτάθλημα, αγωνιζόμενος με τη Μοντερέι για μισή σεζόν, πριν επιστρέψει στο NASL, αυτή τη φορά στους Κουίκσιλβερς του Λας Βέγκας, παραδίδοντας σταδιακά τα σκήπτρα του πρωταθλητή.
Οι τελευταίες του ποδοσφαιρικές προσπάθειες περιλάμβαναν σύντομες επιστροφές στην Πορτογαλία, με τις Μπέιρα Μαρ και Ουνιάο ντε Τομάρ, αλλά και μια τελική θητεία στις ΗΠΑ με τους Αμέρικανς του Νιου Τζέρσι, στο δεύτερο επίπεδο του αμερικανικού ποδοσφαίρου, όπου το γόνατό του δεν του επέτρεπε πλέον να ανταγωνιστεί στα υψηλότερα επίπεδα. Η αποχώρησή του από την ενεργό δράση ολοκληρώθηκε το 1979, μετά από λίγα παιχνίδια στο εσωτερικό ποδόσφαιρο με τους Μπάφαλο Στάλιονς.

Από τη δεκαετία του ’80, ο Εουσέμπιο επέλεξε να ζήσει πιο ήρεμα, με το κέντρο βάρους της ζωής του να βρίσκεται στη Λισαβόνα. Η απολιτίκ στάση του τον καθιστούσε αγαπητό σε όλους, ενώ διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς και με την πατρίδα του στη Μοζαμβίκη, που επισκεπτόταν συστηματικά. Υπηρέτησε ως πρέσβης του ποδοσφαίρου τόσο για την Πορτογαλία όσο και για την Αφρική, κερδίζοντας τον σεβασμό και των δύο κοινοτήτων.
Η Μπενφίκα παρέμεινε η ομάδα της καρδιάς του. Παρακολουθούσε πιστά τις προσπάθειές της και την εκπροσώπησε σε κάθε διεθνή εκδήλωση. Ο ύμνος “Ser Benfiquista”, που είχε γράψει ο φίλος του Λουίς Πισάρα, ήταν τόσο σημαντικός γι’ αυτόν που τον χρησιμοποιούσε ως ringtone στο κινητό του.
Παρότι δεν πανηγύρισε ως θεατής κάποιο διεθνές τρόπαιο, ήταν παρών σε σημαντικές στιγμές, από τις ήττες του τελικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών μέχρι τη διάκριση της Πορτογαλίας στο Euro 2004 και το Μουντιάλ 2010 στην Αφρική, ένα γεγονός που είχε εκφράσει ότι τον έκανε να νιώσει πλήρης ως άνθρωπος.
Δεν έκρυψε ποτέ την περηφάνια του για την καταγωγή του, ενώ δεν ενόχλησε ποτέ το παρατσούκλι “Μαύρος Πάνθηρας” — αντίθετα, το αγκάλιασε με σεβασμό, παρά τις κοινωνικές εντάσεις που σχετίζονταν με τη μαύρη κοινότητα της εποχής.

Ο Εουσέμπιο ξεχώρισε σε μια εποχή με θρύλους όπως ο Πελέ και ο Ντι Στέφανο, κατακτώντας τον τίτλο του «Βασιλιά» μέσα σε ένα φασιστικό καθεστώς. Αναγνωρισμένος ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ού αιώνα, τιμήθηκε με αγάλματα στη Λισαβόνα και στις ΗΠΑ, σε σημεία που σηματοδοτούν την ποδοσφαιρική του κληρονομιά.
Σε μια συγκινητική δήλωση το 2010, εξέφρασε την επιθυμία το φέρετρό του να περάσει μπροστά από το άγαλμά του πριν ησυχάσει για πάντα, γνωρίζοντας ότι πλήθος κόσμου θα τον τιμήσει εκείνη την ημέρα. Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε περίπου 3,5 χρόνια μετά, σε μια μεγαλειώδη τελετή στο «Λουζ», το γήπεδο όπου έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας του και όπου ποτέ δεν ηττήθηκε.

