Λίγες ώρες πριν τη μεγάλη αναμέτρηση του ΠΑΟΚ με τη Σολέ για τα ημιτελικά του FIBA Europe Cup, ο Φιλ Γκος έρχεται στο Mpaladofatses.gr και μιλά αποκλειστικά στον Θανάση Σχοινά για τον αγαπημένο του ΠΑΟΚ αλλά και την «πλούσια» καριέρα του στα ευρωπαϊκά γήπεδα.
Ο Φιλ Γκος είναι ένας από τους τελευταίους Αμερικάνους που δέθηκαν τόσο με τον σύλλογο του ΠΑΟΚ. Από τα αγαπημένα παιδιά της ασπρόμαυρης κερκίδας, ο Γκος είναι ένας από τους πιο προικισμένους επιθετικά παίκτες που έχουμε δει στο ελληνικό πρωτάθλημα τα τελευταία χρόνια.
Ο πρώην παίκτης του ΠΑΟΚ έρχεται στο Mpaladofatses.gr σε μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Θανάση Σχοινά, όπου μιλά για το δέσιμο του με τον «Δικέφαλο του Βορρά», αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της καριέρας του και μας εξηγεί τι ακριβώς πραγματεύεται η νέα εταιρεία που έχει δημιουργήσει.

Πώς ξεκίνησες να παίζεις μπάσκετ;
«Ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ, όταν ήμουν 7-8 χρονών. Η μαμά μου αγόρασε ένα γήπεδο μπάσκετ στην πίσω αυλή του σπιτιού μου και εκεί ήταν που ερωτεύτηκα αυτό το άθλημα. Το μπάσκετ ήταν πάντα δίπλα μου. Ήταν καταφύγιο όταν είχα μια άσχημη μέρα. Όταν απογοητευόμουν, πάντα έβγαινα έξω και έπαιζα μπάσκετ. Δεν ξέρω τι θα έκανα, όταν ήμουν μικρός, αν δεν είχα το μπάσκετ. Με γλίτωσε από μπλεξίματα, με κρατούσε συγκεντρωμένο και γνώρισα πολλούς γενναιόδωρους και καλούς ανθρώπους, με τους οποίους μιλάω μέχρι και σήμερα. Είμαι εξαιρετικά ευλογημένος που ερωτεύτηκα το μπάσκετ».
Πότε κατάλαβες πως θα έπαιζες επαγγελματικά μπάσκετ;
«Αυτό το κατάλαβα από τη στιγμή που ερωτεύτηκα το άθλημα. Έλεγα στον εαυτό μου πως είτε θα παίξω στο NBA είτε θα παίξω στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Ευρώπη. Αυτό το έλεγα από τα 11 μου, πως θα παίξω στην Ευρώπη. Γνώριζα από πάντα το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Ο μεγάλος μου στόχος ήταν να παίξω επαγγελματικά. Σήμερα το όνειρο όλων είναι το NBA. Εγώ ήμουν λίγο διαφορετικός. Ήθελα απλά να παίξω μπάσκετ επαγγελματικά και να πληρώνομαι από αυτό. Δεν με ενδιέφερε το επίπεδο, δεν με ενδιέφερε αν ήταν στο NBA ή στην Ευρώπη. Ήθελα μόνο να αποκαλώ τον εαυτό μου επαγγελματία. Έτσι κατέληξα να έχω καριέρα 14-15 χρόνων στην Ευρώπη».
Άρα δεν κυνήγησες το όνειρο του NBA;
«Σίγουρα, κυνήγησα το όνειρο του NBA αλλά δεν μπορεί να παίξει ο καθένας εκεί. Το να καταφέρεις να παίξεις στο NBA τότε, ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό που είναι τώρα. Δεν πήγα σε κορυφαίο πανεπιστήμιο, οπότε οι ευκαιρίες να με παρακολουθήσουν οι σκάουτερ ήταν περιορισμένες. Έτσι, έπρεπε να πάω στην Ευρώπη, γεγονός με το οποίο ένιωθα καλά. Θα έβλεπα τον κόσμο, θα έβλεπα διαφορετικές κουλτούρες και αυτές οι εμπειρίες με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο».
Η πρώτη χώρα που έπαιξες επαγγελματικά μπάσκετ στην Ευρώπη ήταν η Ολλανδία, στην οποία δεν είναι τόσο δημοφιλές το μπάσκετ. Πώς ήταν η εμπειρία σου εκεί;
«Έκλαιγα στο αεροδρόμιο. Αλλά δεν έκλαιγα από λύπη, ήταν δάκρυα χαράς. Όπως είπα, δεν με ένοιαζε το που θα παίξω ήθελα να είμαι επαγγελματίας αθλητής. Η Ολλανδία ήταν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για εμένα, γιατί μου επέτρεψε να προσαρμοστώ στο ευρωπαϊκό στυλ παιχνιδιού. Όλοι ήταν καλοί μαζί μου. Είχα σε κοντινές αποστάσεις με το αμάξι το Άμστερνταμ, το Ρότερνταμ, το Βέλγιο. Πέρασα πολύ ωραία! Γνώρισα πολύ καλούς ανθρώπους. Μου έδειξαν τον δρόμο, μου έδειξαν πως να είμαι επαγγελματίας.
Ο πρώτος χρόνος ήταν χρόνος μάθησης και προσαρμογής σε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. Μου πήρε λίγο καιρό να το συνηθίσω, αλλά έπαιξα πολύ καλά και αυτό το γεγονός μου έδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Νομίζω ήμουν δεύτερος σκόρερ στη λίγκα. Μου έδωσε την αυτοπεποίθηση, ώστε να πω στον εαυτό μου «μπορείς να παίξεις στην Ευρώπη, προσπάθησε να παίξεις στην Euroleague». Με το που τελείωσα αυτή τη σεζόν στην Ολλανδία, ο κύριος μου στόχος ήταν να παίξω σε μια ομάδα που αγωνίζεται στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Μου πήρε λίγο χρόνο για να το καταφέρω και αυτό».
Μετά αγωνίστηκες στο τούρκικο πρωτάθλημα. Πώς ήταν εκείνη η σεζόν;
«Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα απέναντι σε μια ομάδα Ευρωλίγκας. Απέναντι στη Φενέρμπαχτσε, την Αναντολού Εφές, τη Γαλατάσαραϊ, ομάδες που είναι γνωστές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Έπαιζα απέναντι σε παίκτες όπως ήταν ο Γουίλ Σόλομον, που ήταν θρύλος στην Ευρώπη και παρακολουθούσα πολλά παιχνίδια του. Ήθελα να κάνω τα ίδια πράγματα που κάνουν και οι σταρ. Ήμουν ένας από τους πιο χαμηλά αμειβόμενους παίκτες στο πρωτάθλημα, αλλά ένας από τους καλύτερους. Έπαιζα πολύ καλά, έκανα κάποια καταπληκτικά παιχνίδια αλλά δεν έπαιρνα τα χρήματα που άξιζα. Όπως είπα δεν με ένοιαζαν και πολύ τα χρήματα. Ήθελα απλά να συνεχίζω να εξελίσσομαι και να κάνω τα απαραίτητα βήματα για να με περιμένει ένα καλύτερο συμβόλαιο την επόμενη σεζόν. Ήξερα πως τα χρήματα θα έρθουν, ήθελα απλά να ανοίξω τον δικό μου δρόμο. Δεν τα παράτησα ποτέ! Πολλοί παίκτες επειδή δεν βγάζουν πολλά χρήματα νωρίς, τα παρατάνε».
Στη συνέχεια αγωνίστηκες στο Ισραήλ. Ήταν το κατάλληλο βήμα για να μεταβείς σε μια από τις κορυφαίες λίγκες της Ευρώπης, όπως ήταν η Ιταλική;
«Αγάπησα το Ισραήλ. Παρά το γεγονός πως υπήρχαν βομβιστικές επιθέσεις, η χώρα ήταν όμορφη. Οι παραλίες, ο καιρός, όλοι είχαν ωραία ενέργεια. Εκεί κατάλαβα όμως πως δε μπορείς να ταιριάξεις σε κάθε ομάδα που θα είσαι. Ήμουν σε ένα δοκιμαστικό, και στο τελευταίο παιχνίδι έσπασα τη μύτη μου στο δεύτερο δεκάλεπτο που είχα ήδη 19 πόντους. Ο προπονητής μου είπε πως δε θα επηρεάσει το δοκιμαστικό μου, αλλά εν τέλει, μόλις έγινα καλά, άλλαξα ομάδα. Πήγα στην Πολωνία».
Πώς ήταν εκεί;
«Ήταν καλά. Και εκεί γνώρισα καλούς ανθρώπους, έμπειρους παίκτες με μεγάλη καριέρα στην Ευρώπη. Έπαιξα ξανά μπάσκετ. Ήταν ο πρώτος μου χρόνος που κατάφερα με την ομάδα μου να μπούμε στα πλέι – οφ. Μου «άνοιξε» την όρεξη. Όταν μπαίνεις στα πλέι – οφ, ο στόχος σου έπειτα είναι να το καταφέρνεις αυτό κάθε χρόνο. Αυτή η σεζόν με προετοίμασε για αυτό που ερχόταν, οι μεγάλες λίγκες δηλαδή».

Το Ιταλικό Πρωτάθλημα ήταν η πρώτη μεγάλη λίγκα στην οποία έπαιξες. Πρώτος σου «σταθμός» ήταν η Βαρέζε, μια ιστορική ομάδα. Πώς ήταν η μετάβαση αυτή για εσένα;
«Ήξερα από την αρχή πως θα είναι πολύ πιο επαγγελματικά. Μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο είχα ήδη ένα διαμέρισμα και ένα αυτοκίνητο. Στις προηγούμενες ομάδες δεν είχα αυτοκίνητο και πολλές φορές μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα. Ήταν ένα διαφορετικό επίπεδο επαγγελματισμού, και υψηλότερο μπασκετικό επίπεδο. Περισσότερους παθιασμένους φιλάθλους, ομάδες που έπαιζαν στην EuroLeague και στο Eurocup, και ιστορικές ομάδες όπως η Τρεβίζο που δεν αγωνίζονταν σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Υπήρχαν αντιπαλότητες που κρατούσαν 30-40-50 χρόνια. Ήταν φοβερή εμπειρία να είσαι μέρος των «ντέρμπι» Βαρέζε – Καντού, Βαρέζε – Μιλάνο. Το να παίζεις στα πλέι – οφ απέναντι στη Σιένα που ήταν υπερδύναμη εκείνη την εποχή, με τον Μπο Μακάλεμπ, τον Ταρέλ Μακιντάιρ ,που ήταν εξαιρετικοί παίκτες, ήταν φοβερό. Είχα την ευκαιρία να τους ανταγωνίζομαι και αυτό μου κρατούσε ζωντανή την επιθυμία να γίνομαι όλο και καλύτερος. Είχαμε καλή ομάδα με έμπειρους παίκτες, μπήκαμε στα πλέι -οφ και εκείνη η σεζόν μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω στην Βιλερμπάν».
Έπαιξες στο Γιούροκαπ με τη Βιλερμπάν. Πως βίωσες εκείνη τη σεζόν;
«Μόλις έφυγα από τη Βαρέζε, είχα δύο επιλογές στο μυαλό μου. Ή να πάω στο NBA ή σε μια ομάδα που θα έπαιζε στην EuroLeague. Τότε όμως ήταν που συνέβη το Lock-out στο NBA. Πολλοί παίκτες από το NBA ήρθαν στην Ευρώπη και αυτό το γεγονός άλλαξε την αγορά για πάντα. Οι παίκτες του NBA ήρθαν στην Ευρώπη πολύ φθηνά, και αυτό άλλαξε τον τρόπο που κάθε ομάδα χρησιμοποιούσε και εξέλισσε τους Αμερικάνους παίκτες της. Όταν πήγα στη Βιλερμπάν, η ομάδα έπαιζε στα προκριματικά της EuroLeague με την Γκραβελίν. Στο πρώτο παιχνίδι σκόραρα 27-29 πόντους και κερδίσαμε, οπότε σκεφτόμουν πως θα ήταν μια καλή ευκαιρία για εμένα να παίξω στην EuroLeague και να βγάλω λάθος όσους με αμφισβήτησαν. Αλλά συνέβη το Lock-out στο NBA, ο Τόνι Πάρκερ ήρθε στην ομάδα και έγινε ξαφνικά συμπαίκτης μου και συναγωνιστής μου για μια θέση στα γκαρντ».

Πώς ήταν η συνύπαρξη μαζί του;
«Στην προπόνηση τον προκαλούσα τον Τόνι. Για εμένα οι προπονήσεις ήταν σαν τα παιχνίδια. Οπότε στις προπονήσεις πάντα τον μάρκαρα και ο ένας ωθούσε τον άλλο. Από την άλλη πλευρά όμως, μοιραζόμουν το χρόνο συμμετοχής με έναν Hall of Famer και έτσι δεν έπαιζα πολύ στους αγώνες. Δεν χειρίστηκα καθόλου επαγγελματικά αυτή την κατάσταση, τώρα που κοιτάζω πίσω.
Ύψωσα τη φωνή στον προπονητή μου, του μίλησα άσχημα επειδή ήμουν απογοητευμένος επειδή δεν έπαιζα. Προερχόμουν από μια εξαιρετική σεζόν και ήθελα να διατηρήσω το μομέντουμ. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, έμαθα πως να είμαι 100% επαγγελματίας ακόμα και αν δεν παίζω, κι αν δεν παίρνω τα λεπτά συμμετοχής που θέλω. Έμαθα πως ο χρόνος συμμετοχής μου δεν σχετιζόταν με εμένα αλλά με το καλό της ομάδας. Έμαθα να βάζω την ομάδα πρώτη και να σταματήσω να βάζω τα δικά μου θέλω πάνω από όσα χρειάζεται η ομάδα. Έμαθα από τα λάθη μου και τελικά αποχώρησα και γύρισα στη Βαρέζε. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία».
Παρέμεινες στο ιταλικό πρωτάθλημα για αρκετά χρόνια παίζοντας στη Ρόμα και στη Βενέτσια. Είχες εκείνη την περίοδο κάποια πρόταση για να παίξεις στην Ευρωλίγκα;
«Δυστυχώς όχι, επειδή ήμουν συνέχεια δεσμευμένος με συμβόλαιο. Στη Ρόμα υπέγραψα συμβόλαιο μονοετούς διάρκειας, αλλά καταλήξαμε να παίζουμε στον τελικό του πρωταθλήματος απέναντι στη Σιένα. Στο Ιταλικό Πρωτάθλημα οι δύο φιναλίστ έπαιρναν το εισιτήριο για να συμμετέχουν στην EuroLeague, αλλά δεν είχαμε το μπάτζετ για να παίξουμε στη διοργάνωση. Όταν προκριθήκαμε στους τελικούς, είχα την εντύπωση πως θα έπαιζα στην EuroLeague, με την ομάδα που βοήθησα πολύ να βρίσκεται σε αυτή τη θέση. Αντιθέτως, παίξαμε στο Eurocup την επόμενη σεζόν.
Είχαμε παίκτες όπως ο Τρέβορ Εμπάκουε, ο Μπόμπι Τζόουνς, ο Τζόρνταν Τέιλορ, που ήταν πολύ καλοί. Η πρώτη μου σεζόν στη Ρόμα ήταν ξεχωριστή, γιατί στην αρχή μας διάλεγαν ως το φαβορί για τος τελευταίες θέσεις επειδή είχαμε μια αρκετά νεανική ομάδα. Ο Τζόρνταν Τέιλορ ήταν ρούκι, ο Γκάνι Λαουάλ ήταν ρούκι και έγω με τον Μπόμπι(Τζόουνς) και τον Τζίτζι(Ντατόμε) ήμασταν οι ηγέτες αυτής της ομάδας. Μετά από αυτή την επιτυχία ο Τζίτζι έκανε το βήμα για το NBA, ο Γκάνι(Λαουάλ) κατέληξε στο Μιλάνο. Ήμουν πολύ χαρούμενος που έβλεπα τους συμπαίκτες μου να τα καταφέρνουν, παρόλο που και εγώ ήθελα να πάω σε μια άλλη ομάδα. Ήμουν πολύ χαρούμενος επειδή ήξερα πως συνέβαλα στην επιτυχία τους.

Πώς ήταν τα χρόνια σου στη Βενέτσια;
«Για μένα η Βενέτσια ήταν η πιο επαγγελματική ομάδα που έχω αγωνιστεί. Πάντα πλήρωναν στην ώρα τους και εξασφάλιζαν ότι όλα θα είναι τέλεια για τους παίκτες. Είχα προπονητή τον coach Ρεκαλκάτι, που τον είχα και την πρώτη χρονιά στη Βαρέζε και ήταν και πρώην προπονητής της Εθνικής Ιταλίας. Επανενώθηκα λοιπόν με τον αγαπημένο μου προπονητή, με έκανε αρχηγό της ομάδας και εκεί είναι που ανέπτυξα περισσότερες ηγετικές ικανότητες, έβαζα την ομάδα πρώτη και φτάσαμε ένα παιχνίδι μακριά από τους τελικούς του πρωταθλήματος. Ήμασταν στο 3-2 με τη Ρέτζιο Εμίλια και χάσαμε δύο σερί παιχνίδια.
Τη δεύτερη σεζόν είχαμε μια πολύ καλή ομάδα, μαζί με τον Μάικ Γκρίν συνεργαζόμασταν πολύ καλά στα γκάρντ, αλλά θεωρώ δεν καταφέραμε όσα μπορούσαμε. Το να έχεις ένα ταλαντούχο ρόστερ δεν σημαίνει ότι θα πετύχεις τον μεγάλο σου στόχο. Δυστυχώς, τραυματίστηκα στο πόδι στο πρώτο παιχνίδι των πλέι-οφ απέναντι στην παλιά μου ομάδα, τη Βαρέζε, και δεν κατάφερα να φορέσω ξανά τη φανέλα της Βενέτσια σε επίσημο παιχνίδι.
Δεν με άφησαν να παίξω ξανά, ακόμα και όταν ήμουν έτοιμος να παίξω. Αυτό με πλήγωσε. Ήμουν ο αρχηγός της ομάδας, ήξερα τι χρειαζόταν για να νικήσει και δεν με άφησαν να φορέσω ξανά τη φανέλα και να ηγηθώ της ομάδας. Άφησαν όλους να πιστεύουν ότι παραμένω τραυματίας. Ήμουν πολύ λυπημένος και απογοητευμένος από το πως τελείωσε όλο αυτό. Δούλευα το κορμί μου για να επιστρέψω υγιής αλλά δεν με άφησαν. Πληγώθηκα πολύ.
Έπειτα πήγα στην Μπρίντιζι που ήταν ακόμη μια διδακτική εμπειρία για εμένα. Ήταν μια ομάδα με ιστορία, πιστούς φιλάθλους. Οι περισσότεροι συμπαίκτες μου ήταν νεαροί. Εγώ ήθελα να κερδίσω τίτλους, να μπούμε στα playoffs και εκείνοι νοιαζόντουσαν μόνο για τα προσωπικά τους νούμερα. Τους καταλάβαινα, γιατί κι εγώ έτσι σκεφτόμουν όταν ξεκινούσα. Συγκεντρωνόμουν στους πόντους που θα βάλω. Θεωρώ οι οδηγίες και οι πληροφορίες που έδωσα στους συμπαίκτες μου τους βοήθησαν να αντιληφθούν τι σημαίνει ευρωπαϊκό μπάσκετ. Έκανα ότι ήταν καλύτερο για την ομάδα και ότι ήθελε ο προπονητής.

Από όλες αυτές τις ομάδες στις οποίες αγωνίστηκες στην Ιταλία, με ποια δημιούργησες στενότερο δεσμό;
Είναι δύο ομάδες. Η Ρόμα και η Βαρέζε. Ο πρώτος μου χρόνος στη Ρώμη και ο πρώτος μου χρόνος στη Βαρέζε. Και οι δύο ομάδες είναι πολύ ξεχωριστές. Με τη Βαρέζε δεν φτάσαμε στους τελικούς αλλά οι σχέσεις που φτιάξαμε μεταξύ μας ήταν πιο δυνατές. Ακόμα μιλάω με τα παιδιά που ήμασταν μαζί στην ομάδα και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Οι σχέσεις που χτίζεις με τους συμπαίκτες και τους προπονητές σου διαρκούν για πάντα. Εκτιμώ πολύ όλες τις εμπειρίες που είχα.
Και στη Ρόμα ήταν σημαντικός ο δεσμός που είχαμε. Ακόμα μιλάω με τον coach Καλβάνι, που ήμασταν μαζί και στην Σκαφάτι, με τον Γκάνι Λαουάλ, τον Τζίτζι Νταντόμε και τον Τζόρνταν Τέιλορ. Το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι η νίκη και οι πόντοι αλλά οι σχέσεις που έχεις με τα «αδέλφια» σου και κρατούν για πάντα.
Πώς ήρθε ο ΠΑΟΚ στη ζωή σου;
«Ο ΠΑΟΚ ήρθε σε εμένα όταν πίστευα πως η καριέρα μου είχε τελειώσει. Και για αυτό θα είμαι πάντα πιστός στον ΠΑΟΚ. Με «ανέστησε». Η σεζόν είχε ήδη ξεκινήσει, ήμουν έτοιμος γιατί προετοιμαζόμουν μόνος μου και όταν δέχτηκα την κλήση για να πάω στον ΠΑΟΚ, πήρα τηλέφωνο τον Τζέιμς Γκίστ για να τον ρωτήσω πως είναι η πόλη και κάποιες πληροφορίες για τον ΠΑΟΚ. Μου είπε πως ήταν μια πολύ καλή συνθήκη για εμένα, εμπιστεύτηκα τον «αδελφό» μου και όταν κατέβηκα από το αεροπλάνο ήμουν σίγουρος πως εκεί ήθελα να ήμουν.
Από όλη την εμπειρία που είχα, δεν με ενδιέφερε πόσους πόντους θα βάζω, ήθελα απλά να κερδίζω. Με αυτή τη νοοτροπία αφαίρεσα αρκετή πίεση από πάνω μου, γεγονός που μου επέτρεψε να παίζω ελεύθερα στο γήπεδο. Ήμουν λιγότερο αγχωμένος αλλά συγκεντρωμένος. Δεν είχα κάτι να αποδείξω. Έβγαινα εκεί έξω και απολάμβανα το παιχνίδι και είχα μια από τις καλύτερες μου σεζόν ως επαγγελματίας στα 35 μου. Ο ΠΑΟΚ θα είναι πάντα στην καρδιά μου. Μου άλλαξε τη ζωή, μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και οι φίλαθλοι με αγαπούσαν και τους αγαπούσα κι εγώ. Με υποστήριζαν πολύ όλο αυτό τον καιρό και εκείνες τις στιγμές δεν θα τις ξεχάσω ποτέ».

Αυτή ακριβώς θα ήταν και η επόμενη μου ερώτηση, να μου πεις τη γνώμη σου για τους φιλάθλους του ΠΑΟΚ.
«Μακάρι να έπαιζα τώρα στον ΠΑΟΚ. Μακάρι να ήμουν στην ομάδα και να τους βοηθούσα στη μάχη που δίνουν στο FIBA Europe Cup. Οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ είναι εκπληκτικοί, ειδικά στα ντέρμπι με τον Άρη, τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Το να παίζεις σε αυτά τα παιχνίδια είναι μια εμπειρία που δεν μπορείς να εξηγήσεις με λόγια. Δούλευα σκληρά και έδινα τα πάντα στο παρκέ και θεωρώ οι φίλαθλοι της ομάδας το παρατηρούσαν και μου έδιναν την αγάπη τους».
Ο ΠΑΟΚ βρίσκεται στα ημιτελικά του FIBA Europe Cup. Θεωρείς πως μπορεί να προκριθεί στον μεγάλο τελικό και να κατακτήσει το τρόπαιο;
«Πρέπει να πάνε να το πάρουν. Δεν θα τους το δώσει κανείς, πρέπει να πάνε να το πάρουν. Αυτές είναι οι στιγμές που μου άρεσαν ως καλαθοσφαιριστή. Να έχεις την ευκαιρία να προκριθείς στον τελικό και να πάρεις το τρόπαιο. Αυτές οι ευκαιρίες δεν έρχονται συχνά. Γι’ αυτό οι παίκτες πρέπει να είναι έτοιμοι να πάρουν το πλεονέκτημα. Να μην μπουν φοβισμένοι, να είναι σκληροί, να παίξουν το παιχνίδι τους και να έχουν αυτοπεποίθηση. Θεωρώ η πρόκριση είναι θέμα άμυνας. Ξέρω πως ο ΠΑΟΚ έχει μια καλή αμυντική ομάδα, με νέους ταλαντούχους παίκτες που περιμένω να κάνουν μεγάλη καριέρα μετά τον ΠΑΟΚ».
Στο διάστημα που ήσουν στον ΠΑΟΚ, οι σεζόν της ομάδας ήταν πολύ επιτυχημένες. Ποιο θεωρείς πως ήταν το «κλειδί» της επιτυχίας;
«Είχαμε πολλές ηγετικές προσωπικότητες. Ο Βαγγέλης(Μαργαρίτης), ο Λίνος (Χρυσικόπουλος), ο Κατσίβελης. Ο Coach Ηλίας Παπαθεοδώρου μας επέτρεπε να έχουμε το ρόλο μας στην ομάδα και αυτό θεωρώ πως είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε κάθε ομάδα. Ο καθένας παίζει τον ρόλο του στο υψηλότερο επίπεδο. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία, το απολάμβανα να παίζω σε αυτή την ομάδα».

Ποια είναι η γνώμη σου για τον Coach Παπαθεοδώρου;
«Είναι προπονητής των παικτών. Αντιλαμβάνεται πως να αφήνει τους παίκτες να παίζουν ελεύθερα αλλά παράλληλα να είναι ελεύθεροι στο πλαίσιο ενός συστήματος. Του αρέσει πολύ να βλέπει η ομάδα βίντεο πριν από τα παιχνίδια για να είναι πάντα προετοιμασμένη για τον αγώνα. Εγώ, που ήμουν και μεγαλύτερος, ήξερα ήδη το πλάνο παιχνιδιού πριν το πει ο προπονητής. Η ροπή που έχει στην λεπτομέρεια είναι αυτό που μας βοήθησε σε πολλά «κλειστά» παιχνίδια».
Πότε και πως αποφάσισες να γίνεις προπονητής;
«Δεν είμαι προπονητής πια. Απoφάσισα να γίνω προπονητής γιατί μου το έλεγε ο Coach Παπαθεοδώρου και άλλοι προπονητές που είχα. Θεωρούσαν πως θα γινόμουν πολύ καλός προπονητής επειδή ήμουν ηγέτης μέσα στο παρκέ. Ακολούθησα λοιπόν, αυτό το δρόμο που εκείνοι θεώρησαν καλύτερο για εμένα. Είχα πάντα μια σύνδεση με τους Γουίζαρντς. Έφυγα από τον ΠΑΟΚ με το κεφάλι ψηλά και ήμουν έτοιμος για τη νέα πρόκληση της καριέρας μου. Όταν είχα την ευκαιρία να προπονήσω στην G- League τη θυγατρική ομάδα των Γουίζαρντς, συνέβη ο κόβιντ. Οι Γουίζαρντς δεν με ενημέρωσαν ότι δε θα επέστρεφα στην ομάδα και τότε ήταν που αποφάσισα να παρατήσω την προπονητική και να ξεκινήσω τη δική μου εταιρεία».
Η εταιρεία σου με τι σχετίζεται;
«Η εταιρεία μου ονομάζεται AURA και είναι μια πλατφόρμα livestreaming, η οποία επιτρέπει στους αθλητές και στις ομάδες να βγάζουν κέρδος από τους φιλάθλους μέσω του livestreaming, στο οποίο θα προβάλλεται αποκλειστικό behind the scenes περιεχόμενο.
Η καθημερινή ζωή ενός αθλητή, η προπόνηση του, QnA με τους οπαδούς, οι αντιδράσεις του μετά το παιχνίδι όλα αυτά ένας αθλητής μπορεί να τα προβάλει ζωντανά από την πλατφόρμα μου και να βγάζει χρήματα από τους φιλάθλους που θα παρακολουθούν το livestream του.
Εάν ο ΠΑΟΚ κερδίσει το FIBA Europe Cup είμαι σίγουρος πως θα υπάρξει μια εταιρεία που θα ενδιαφερθεί να φτιάξει ντοκιμαντέρ για τη φετινή του σεζόν. Για να γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ χρειάζεται παραγωγή ενός έτους για να ολοκληρωθεί. Στην πλατφόρμα μου, εάν ο ΠΑΟΚ κερδίσει το ευρωπαϊκό τρόπαιο μπορεί να κάνει livestream τις behind the scenes στιγμές της σεζόν και να της δείξει στους φιλάθλους του και να βγάλει χρήματα. Είναι μια πλατφόρμα παρόμοια με το Twitch αλλά απευθύνεται σε φαν του αθλητισμού».
Τι συμβουλή θα έδινες σε έναν νεαρό που θέλει να παίξει επαγγελματικά μπάσκετ;
«Να αποφασίσει πως αν θέλει να γίνει επαγγελματίας αθλητής θα βρει πολλά εμπόδια στην πορεία του. Το θέμα είναι πως αντιδράς στα εμπόδια. Μπορείς να πέσεις και να τα παρατήσεις ή να ξεπεράσεις κάθε εμπόδιο που έρχεται στο δρόμο σου.
Τώρα που κοιτάζω πίσω την καριέρα μου, το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθα είναι να ξεπερνάω τα εμπόδια, να λύνω προβλήματα και να συνεργάζομαι με ανθρώπους για να πετύχω έναν κοινό στόχο. Αυτά τα μαθήματα σε βοηθούν πάρα πολύ όταν σταματάς το μπάσκετ. Τους πόντους, τους τίτλους δεν μπορείς να τους πάρεις μαζί σου όταν σταματάς το μπάσκετ, αυτά που μπορείς να πάρεις μαζί σου είναι οι αξίες που σου έδωσε ο αθλητισμός. Η ηγετικότητα, η επιμονή, η σκληρή δουλειά, η αφοσίωση, η συνέπεια και η επιθυμία να κερδίζεις.
Αν είσαι σαν εμένα που ξεκίνησα από τον πάτο, πρέπει να δουλέψεις πολύ για να πας όσο πιο ψηλά γίνεται και όταν θα σταματήσει η καριέρα σου θα έχεις αναπτύξει ικανότητες ζωής που θα σε βοηθήσουν».