Ο Ζήσης Σαρικόπουλος έρχεται στο Mpaladofatses.gr και ανοίγει την καρδιά του στον Θανάση Σχοινά, ξετυλίγοντας το κουβάρι της μεγάλης καριέρας του.
Ο Ζήσης Σαρικόπουλος μπορεί να αποχαιρέτησε τα παρκέ ένα χρόνο πριν αλλά δεν μένει μακριά από το μπάσκετ. Ιδρύοντας την εταιρεία Adapted Services θέλει να προσφέρει την κατάλληλη προετοιμασία στα παιδιά που θέλουν να συνδυάσουν τις σπουδές τους και το μπάσκετ στην Αμερική. Στόχος του είναι να γίνει το χέρι να πιαστούν και ο ώμος να ακουμπήσουν σε αυτό το ταξίδι προς το άγνωστο. Να γίνει ο μέντορας που θα ήθελε να είχε και εκείνος όταν ήταν μόνος του στα 17 του στην Αμερική, παίζοντας κολεγιακό μπάσκετ.
Πέρα από την υψίστης σημασίας νέα επιχειρηματική του κίνηση, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Mpaladofatses.gr αποκάλυψε στον Θανάση Σχοινά άγνωστες πτυχές της καριέρας του, τους λόγους που αποφάσισε να αποχωρήσει από τον Ηρακλή ενώ δεν δίστασε να σχολιάσει την αναπτυξιακή διαδικασία στην Ελλάδα.
Πώς ξεκίνησε η ενασχόληση σου με το μπάσκετ; Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή;
«Ξεκίνησα το μπάσκετ, όταν ήμουν 7 ετών. Ήμουν πάντα ένα παιδί στο οποίο άρεσε ο αθλητισμός και επειδή είχα αρκετή ενέργεια, ήθελαν οι γονείς μου να ασχοληθώ με τον αθλητισμό. Ήμουν ανέκαθεν ψηλός, δεν πήρα απότομα ύψος, επομένως οι γονείς μου αποφάσισαν να με γράψουν πρώτα μπάσκετ. Έτσι, γράφτηκα στον Ολυμπιακό όταν ήμουν 7 ετών για να δουν αν μου αρέσει και αν θα ήθελα να μείνω. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξω άθλημα, γιατί μου άρεσε και έμεινα εκεί».
Στον Ολυμπιακό ξεχώρισες και ήρθε η μετακίνηση σου σε πανεπιστήμιο της της Αμερικής, όπου γνώρισες το κολεγιακό μπάσκετ. Πώς ήταν η μετάβαση αυτή για ένα μικρό παιδί, που φεύγει πρώτη φορά μακριά από το σπίτι του;
«Κοίταξε, η μετάβαση σίγουρα δεν ήταν εύκολη, γιατί όσο καλός παίκτης κι αν ήμουν εδώ, κανείς δεν σε προετοιμάζει για αυτό που θα αντιμετωπίσεις εκεί και ο ανταγωνισμός είναι πάρα πολύ υψηλότερος. Ήταν μια τρομερή εμπειρία, ήταν τα καλύτερα μου χρόνια αυτά τα φοιτητικά. Από εκεί και πέρα ασχολούμαι με αυτό επαγγελματικά, επειδή το πιστεύω σαν διαδικασία. Για μένα τα παιδιά που θέλουν να συνδυάσουν το μπάσκετ με τις σπουδές και να πάρουν ένα πτυχίο, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι μονόδρομος. Θεωρώ πως το ταλέντο υπάρχει και σήμερα.
Στέκομαι περισσότερο στο κομμάτι της προσαρμογής, της προετοιμασίας, ποιες είναι οι προσλαμβάνουσες. Δηλαδή, ένα παιδί που θα φύγει από εδώ πως μπορεί να πάει εκεί όσο το δυνατόν πιο έτοιμο. Όχι μόνο μπασκετικά ή ακαδημαϊκά, αλλά κυρίως πνευματικά, ψυχολογικά, σωματικά. Να μπορεί να ανταπεξέλθει, να μην τα παρατήσει, να μπορεί να είναι δυνατό και να θέλει να δουλέψει. Για εμένα αυτά είναι πάρα πολύ σημαντικά».

Εσύ αυτές τις δυσκολίες που μου περιγράφεις πως τις διαχειρίστηκες; Είχες κάποιον να σε συμβουλεύει, να σε υποστηρίζει;
«Δεν είχα κανέναν, ούτε να με συμβουλεύει ούτε να με υποστηρίζει. Είχα μόνο την οικογένεια μου και τους φίλους μου. Σίγουρα αυτή η διαδικασία με βοήθησε να ωριμάσω πιο γρήγορα και να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ειδικά όταν έχεις τις «μαύρες» σου, ή όταν κάτι δεν σου πάει καλά και απέχεις τόσο μακριά από το σπίτι σου και είσαι μόνος σου όλα γιγαντώνονται στο μυαλό σου, αλλά εκεί είναι που λες πως δεν θα τα παρατήσω και πως έχω έρθει εδώ με έναν σκοπό και πρέπει να ηρεμήσω, να συνεχίσω να δουλεύω, να συνεχίζω να διαβάζω και θα πετύχω, θα τα καταφέρω, δεν πρόκειται να τα παρατήσω!
Η ερώτηση που έκανες είναι πολύ σημαντική, γιατί αυτό που προσπαθώ να κάνω τώρα στα παιδιά, κυρίως, είναι να είμαι ο μέντορας τους και θέλω να τους συμπεριφέρομαι όπως θα ήθελα εγώ σαν 17χρονος Ζήσης να έχω κάποιον να μου μιλάει, να με συμβουλεύει, να με προετοιμάζει και να ξέρει πως είναι αυτή διαδικασία. Να την έχει περπατήσει βήμα – βήμα, και το κολεγιακό και το επαγγελματικό μπάσκετ σε υψηλό επίπεδο και να μπορεί να με βοηθήσει, λέγοντας μου κάποια πράγματα, τα οποία έχει περάσει και ο ίδιος. Εγώ έτσι προσπαθώ να λειτουργώ».
Ποια είναι τα διδάγματα που πήρες από αυτή τη διαδικασία τόσο μπασκετικά όσο και ως άνθρωπος;
«Με βοήθησε πάρα πολύ στο να μάθω να δουλεύω σωστά και να αλλάξω τον τρόπο δουλειάς. Στην Ελλάδα ξεχώριζα αλλά ήταν μια πολύ μικρότερη δεξαμενή παιδιών και παικτών. Όταν πας εκεί, συνειδητοποιείς τι εστί πραγματικός ανταγωνισμός και πόσο μεγάλη δεξαμενή παικτών υπάρχει. Με βοήθησε πάρα πολύ στο να ωριμάσω, όπως είπα και πριν, να μάθω να διαχειρίζομαι καλύτερα τον χρόνο μου μεταξύ διαβάσματος και προπόνησης, να ανοίξουν οι ορίζοντες μου, να απογαλακτιστώ, να μη χρειάζομαι τον μπαμπά μου, τη μαμά μου για τα ρούχα μου, για να μου καθαρίζουν το δωμάτιο κτλ, πράγματα που δεν δίνουμε τη δέουσα σημασία αλλά για ένα 17χρονο – 18χρονο παιδί σήμερα είναι πάρα πολύ σημαντικό να μπορείς σιγά σιγά να ανεξαρτητοποιηθεί για το καλό του.
Παράλληλα εκεί βλέπεις πράγματα, βλέπεις πώς δουλεύουν. Μπασκετικά δεν θα πω ότι είναι έτη φωτός μπροστά, όσον αφορά τις ιδέες, την τακτική. Δεν υστερούμε τόσο σε αυτά τα κομμάτια. Υστερούμε στο κομμάτι της σωστής δουλειάς, στο κομμάτι των παροχών, των συνθηκών και των εγκαταστάσεων και στο πως έχουν απλοποιήσει κάποια πράγματα που λες «καλά πως δεν το είχαμε σκεφτεί αυτό;»

Μιας και μιλάμε για το αναπτυξιακό κομμάτι, πως κρίνεις την αναπτυξιακή διαδικασία στην Ελλάδα και τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια σε αυτό το κομμάτι;(τουρνουά Rising Stars κτλ)
Είναι μια πολύ ωραία πρωτοβουλία το Rising Stars. Βοηθάει τα παιδιά να έχουν περισσότερα παιχνίδια, να παίζουν και από διαφορετικές ενώσεις μεταξύ τους, να είναι πιο ανταγωνιστικό το πρωτάθλημα. Όμως παρά το γεγονός πως η ομοσπονδία έχει κάνει αυτό το εγχείρημα και είναι ωραίο, δυστυχώς οι ομάδες σε μεγάλο βαθμό και οι ακαδημίες κοιτάνε πολύ το αποτέλεσμα και όχι την παραγωγική διαδικασία. Σε αυτές τις ηλικίες(15,16,17) το αποτέλεσμα δε θα έπρεπε να ήταν η νίκη ή η ήττα. Το αποτέλεσμα θα έπρεπε να ήταν σε πόσα παιδιά έμαθα σωστό μπάσκετ, πόσους παίκτες μπόρεσα να βγάλω, να κάνουν το επόμενο βήμα, τι μπόρεσα να μεταλαμπαδεύσω και όχι μόνο αν πέρασα στο Πανελλήνιο, αν πήρα το Rising Stars.
«Θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη υπομονή και όχι οι προπονητές να κρίνονται με τα αποτελέσματα, ώστε να έχουν και αυτοί το χρόνο να δουλέψουν και να βελτιώσουν παιδιά. Αν μας νοιάζει στα 16-17 μόνο η νίκη και η ήττα( που εννοείται μας νοιάζει, δεν παίζεις ποτέ για να χάσεις) να μας νοιάζει ποια θα είναι η επόμενη μέρα, να βγουν καινούριοι παίκτες, να βγουν ταλέντα που θα κάνουν το «μπαμ» στα 17-18. Δεν είναι σωστό να παίζουμε στο βωμό του αποτελέσματος με τους παίκτες που είναι πιο έτοιμοι. Πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να δούμε τι θέλουμε. Κάποιος μπορεί να σκέφτεται πως είναι το πιο σημαντικό να πάρει το Rising Stars ή να περάσει στο Πανελλήνιο. Είναι αυτό όμως το πιο σημαντικό; Ή το να βγάζουμε παίκτες, να υπάρχουν παιδιά που θα στελεχώσουν τις ομάδες και την Εθνική την επόμενη μέρα».
Υπάρχει και η μεγάλη κουβέντα το τελευταίο διάστημα πως η δεξαμενή των μεγάλων Ελλήνων παικτών «κλείνει».
«Η δεξαμενή «κλείνει» εξαιτίας αυτού. Οι προπονητές στα παιδοεφηβικά δε θα έπρεπε να κρίνονται από το αποτέλεσμα, να έχουν τόσο άγχος να πετύχουν τη νίκη, αλλά να υπάρχει το κίνητρο να βγουν παιδιά. Να κάτσουν να δουλέψουν τα δικά τους παιδιά στα φυτώρια, να «βγάλουν» οι ομάδες παίκτες κι ας χάσουν ένα τουρνουά. Να μην κάνουν κάθε χρόνο παιδομάζωμα τα καλύτερα ταλέντα αλλά να δουλέψουν και να βελτιώσουν τα παιδιά που έχουν. Μπορούν να πάρουν και 1-2 παίκτες αλλά με μέτρο».
Υπάρχει μια άποψη πως οι προπονητές στην Ελλάδα στις μικρές ηλικίες βάζουν τους παίκτες σε «κουτάκια» τακτικά, δεν τους αφήνουν ελεύθερους και δεν αναπτύσσεται το επιθετικό τους ταλέντο. Ποια είναι η άποψη σου πάνω σε αυτό;
«Αν ο προπονητής έχει την ανασφάλεια πως πρέπει να κερδίσει οπωσδήποτε και με συγκεκριμένους τρόπους μπορεί να παροπλίσει κάποιον παίκτη. Αν τον νοιάζει εξίσου να «βγουν» παιδιά, θα υπάρχει ελευθερία και στον τρόπο δουλειάς και στον τρόπο παιχνιδιού και θα βελτιώνονταν τα παιδιά παρά την ήττα σε ένα παιχνίδι. Αυτό είναι η παραγωγική διαδικασία, να παράγω καινούριους παίκτες.
Εαν ένα παιδί το βάλεις να παίξει όπως θες εσύ, μπορεί να μην έχει αποτέλεσμα. Πρέπει να εντοπίσεις τα ταλέντα του και τα στοιχεία του. Το πιο δύσκολο αλλά και το πιο σημαντικό είναι να προσαρμοστεί ο προπονητής στους παίκτες που έχει, όχι να προσαρμοστούν οι δώδεκα σε έναν».

Έπειτα από την πορεία σου στο κολεγιακό μπάσκετ και την Αμερική επέστρεψες στην Ελλάδα για λογαριασμό του Πανιωνίου. Πώς ήταν η μετάβαση από το κολλεγιακό μπάσκετ σε μια ομάδα που είχε ως στόχο την τετράδα και την έξοδο στο Eurocup;
«Και αυτή η μετάβαση ήταν επίσης δύσκολη. Γύρισα 20 ετών. Πλέον ήμουν επαγγελματίας και έπαιζα με επαγγελματίες παίκτες που ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, Πόσο μάλλον σε μια ομάδα που δεν υπήρχε ο χρόνος για χάσιμο. Ήταν μια πολύ σοβαρή ομάδα, με καλούς συμπαίκτες και πολύ καλούς προπονητές που ο στόχος ήταν ξεκάθαρα η έξοδος στην Ευρώπη. Το πετύχαμε, αλλά δεν ήταν εύκολο γιατί υπήρχε πάρα πολύς ανταγωνισμός. Είχα καλούς συμπαίκτες στη θέση μου, υπήρχε τρομερός ανταγωνισμός στη προπόνηση. Μπορεί, δηλαδή, σε ένα παιχνίδι να έπαιζες σούπερ και να έβαζες 20 πόντους και την επόμενη εβδομάδα να ήσουν εκτός δωδεκάδας ,γιατί δε χώραγες.
Με βοήθησε πάρα πολύ αυτή η διαδικασία και ο Coach ο Μπαρτζώκας στο να συνειδητοποιήσω τι εστί επαγγελματικό μπάσκετ και ότι πλέον η δουλειά σου είναι να κερδίζεις παιχνίδια. Καλό και το ωραίο μπάσκετ αλλά πλέον είσαι στη «μπίζνα» να κερδίζεις παιχνίδια. Επομένως αυτό σε βάζει σε μια διαδικασία πως να είσαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου για να βοηθήσεις την ομάδα να κερδίσει και να κάνεις ο,τι χρειαστεί και ο,τι σου ζητηθεί για να μπορέσει η ομάδα να το πετύχει αυτό».
Άρα ο Coach Μπαρτζώκας σου εμφύσησε μια νοοτροπία νικητή.
«Δεν θα το’ λεγα έτσι. Ήμουν νικητής αλλά με έβαλε σε μια διαδικασία να συνειδητοποιήσω πως είναι το επαγγελματικό μπάσκετ, πόσο αυστηρά είναι κάποια πράγματα και πως δεν έχει σημασία αν είσαι 20 χρονών ή rookie, γιατί μπορεί να μπεις και να παίξεις με τον 35χρονο. Γιατί είστε επαγγελματίες και οι δυο. Εσύ με 0 χρόνια εμπειρίας αυτός με 15. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Αν πάρεις την ευκαιρία, πρέπει να την πάρεις και να μπεις να παίξεις.
Δεν υπάρχει η δικαιολογία στα 20 «είσαι μικρός να κάνουμε υπομονή». Πλέον δεν είσαι μικρός στα 20 και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου ως μικρό. Όταν κάποιος γίνεται επαγγελματίας στα 20-21-22 πρέπει να βγει αυτή η «πιπίλα» το ταλέντο. Ταλέντο είσαι στα 15-16-17.Δουλεύεις και παίζεις κανονικά. Και αν αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου σαν επαγγελματία και έχεις αυτές τις απαιτήσεις να μπορείς να «κοντράρεις» τον έτοιμο παίκτη, τον «παιγμένο», τον 30αρη, τότε αυτό σε βοηθά να γίνεις καλύτερος παίκτης. Αυτό μου έμαθε ο Coach Μπαρτζώκας».

Έχοντας τον προπονητή τότε, περίμενες πως κάποια χρόνια μετά θα αποτελεί έναν από τους κορυφαίους προπονητές της Ευρώπης;
«Φαινόταν ότι είναι ένας πολύ καλός προπονητής. Δεν ήταν τυχαίος προπονητής. Την προηγούμενη χρονιά βρισκόταν στο Μαρούσι που είχε βγει 3ο στην Ελλάδα και είχε φτάσει στους «16» της Ευρωλίγκας. Ήξερα ότι είναι ένας πολύ καλός και σοβαρός προπονητής, ένας πολύ καλός και σοβαρός άνθρωπος, σημαντικό για εμένα και αυτό. Ήξερε πως να κερδίζει η ομάδα, ήξερε να διαλέγει παίκτες και να στήνει μια ομάδα.
Παίζαμε πάρα πολύ ωραίο μπάσκετ, οι παίκτες νιώθαμε καλά γιατί περνούσε η μπάλα από όλους. Δεν υπήρχε πάντα μόνο ένας πρωταγωνιστής. Μέσα από το μπάσκετ του Μπαρτζώκα, μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικοί πρωταγωνιστές και αυτό σε έκανε και πιο επικίνδυνο μακροπρόθεσμα. Δεν είχαν στο νου τους οι αντίπαλοι ότι πρέπει για παράδειγμα να σταματήσουν μόνο τον Ζήση, δεν υπήρχε αυτό.
Μετά τη δεύτερη χρονιά στον Πανιώνιο που βγήκαμε 3οι και κάναμε όλη μια πολύ καλή χρονιά, φαινόταν πως ο Coach είναι για το βήμα παραπάνω και τα κατάφερε και πέτυχε. Βέβαια εκεί είναι και κάτι άλλο. Πιο εύκολο είναι να πας σε αυτό το επίπεδο. Το πιο δύσκολο είναι να διατηρηθείς και να μείνεις με επιτυχίες σε αυτό το επίπεδο, όπως και έκανε».
Στη συνέχεια πήγες σε μια ακόμα ιστορική και μεγάλη ομάδα, τον Άρη. Πώς έζησες εκείνη τη διετία;
«Ήταν πολύ ιδιαίτερη. Μια από τις πιο μπασκετικές ομάδες στην Ελλάδα σε ένα πάρα πολύ μπασκετικό περιβάλλον, με πολλές ιδιαιτερότητες η ομάδα εξαιτίας των BAN. Μια ομάδα με πάρα πολύ καλούς Έλληνες παίκτες και χαρακτήρες. Πέρασα πάρα πολύ ωραία στη Θεσσαλονίκη αυτά τα δύο χρόνια.
Καταφέραμε να έχουμε μια πολύ καλή και ανταγωνιστική ομάδα. Συνεργάστηκα με παιδιά, τα οποία όλα έπαιξαν μπάσκετ σε πολύ υψηλό επίπεδο και είχαμε πάρα πολύ ωραίο κλίμα, πάρα πολύ ωραία ατμόσφαιρα. Περάσαμε πάρα πολλές δυσκολίες, αλλά εξαιτίας αυτού του κλίματος που είχαμε, μπορέσαμε και καταφέραμε και ξεπερνούσαμε κάποια πράγματα. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία, γιατί η ατμόσφαιρα στο Nick Galis Hall είναι τρομερή και επειδή είχαμε επιτυχίες και καταφέραμε, παρόλο που ήταν δύσκολο, να παίζουμε καλά και να έχουμε μια ταυτότητα ως ομάδα».

Είναι εκείνος ο Άρης η απάντηση στο φαινόμενο της εποχής, που βλέπουμε πολλές ομάδες ακόμα και νεοφώτιστες να παίρνουν 6-7 ξένους και να μη δίνουν ευκαιρία σε Έλληνες παίκτες;
«Κοίταξε, ίσως ήταν η τελευταία ομάδα στην Ελλάδα που υιοθέτησε αυτό το μοντέλο. Βέβαια, το υιοθέτησε αναγκαστικά αλλά επειδή ήταν η μαγιά των παικτών τέτοια, υπήρχαν αποτελέσματα. Δεν κινδυνεύσαμε ποτέ, φτάσαμε τελικό Κυπέλλου, ήμασταν σταθερά στα play-offs, περνούσαμε ωραία, που είναι πολύ σημαντικό αυτό. Δεν είναι εύκολο να γίνει γιατί πρέπει να ταιριάξουν όλα τα κομμάτια του παζλ αλλά νομίζω πως είναι μια απάντηση σε αυτό, στο να υπάρχουν 6-7 ξένου. Βέβαια, έχει να κάνει με το τι παίκτες έχεις και πως θα κουμπώσουν μεταξύ τους».
Είχες συμπαίκτη τον Βεζένκοφ στην αρχή της καριέρας του. Έδειχνε και αγωνιστικά και σαν νοοτροπία ότι θα είναι ο κορυφαίος παίκτης της Ευρωλίγκας στο μέλλον;
«Ο Σάσα φαινόταν ότι θα φτάσει ψηλά. Κυρίως λόγω του μυαλού του και του μπασκετικού iq του. Σωματικά έβλεπες ένα παιδί που έλεγες «εντάξει ψηλό παιδί, αλλά όχι κάτι τρελό», αθλητικά έβλεπες ένα παιδί το ίδιο. Αλλά έμπαινες στο γήπεδο να παίξεις και χωρίς να το καταλάβεις ο Σάσα έπαιζε σωστά, μοίραζε τη μπάλα. Μπορεί να είχε 10-15 πόντους αθόρυβα.
Στα 17-18 του ήξερε να πασάρει, ήξερε να κινείται χωρίς την μπάλα, ήξερε να παίρνει τέτοιες τοποθετήσεις ώστε να έχει έφεση στο ριμπάουντ χωρίς να πηδάει ιδιαίτερα. Καταλάβαινες πως αυτό το παιδί έχει μέσα του μπάσκετ, το οποίο σιγά – σιγά όταν θα δέσει, όταν θα ωριμάσει θα το βγάλει. Και αυτό έγινε».

Επόμενος σταθμός για σένα η ΑΕΚ, εκεί οπού βρήκες ως προπονητή έναν «θρύλο» του αθλήματος, τον Γιούρι Ζντοβτς. Πως ήταν η συνεργασία σου μαζί του;
«Ο Ζντόβτς λόγω της δικής του καριέρας και του μπασκετικού iq του ήταν πολύ απαιτητικός από τους παίκτες, γιατί στο δικό του μυαλό προσπαθούσε να τους κρατήσει στα ίδια στάνταρ που ήταν αυτός ως παίκτης, το οποίο είναι πολύ δύσκολο. Μπορεί ο Ζντόβτς να ήταν όντως κομπιουτεράκι σαν παίκτης, όπως τον έλεγαν, να ήξερε να σετάρει την ομάδα του, στο pick n roll να είχε τέσσερις πάσες αλλά δεν ήταν απαραίτητο ότι όλα τα παιδιά στην ομάδα μπορούν να το υποστηρίξουν και να παίξουν έτσι.
Πολλοί παίκτες π.χ παίζουν με το ένστικτο, και ειδικά τα guard τα πίεζε πολύ. Δεν ήταν εύκολος προπονητής, ήταν πολύ απαιτητικός και αυστηρός, αλλά και αυτός με βοήθησε. Εγώ κοίταξα με όσους προπονητές δούλεψα(ακόμα και εκείνους που θεωρώ πως δεν ήταν καλοί ή δε με βοήθησαν)να πάρω κάτι από όλους και στο μπάσκετ και μετά ως άνθρωπος. Πήρα και από τον Coach Ζντόβτς πράγματα και είναι ένας αξιόλογος άνθρωπος και προπονητής».
Έπειτα αποφάσισες να συνεχίσεις την καριέρα σου στον νεοφώτιστο τότε Προμηθέα Πάτρας. Πως πήρες την απόφαση να γίνεις μέρος αυτού του νέου project;
«Είχα κάνει μια πολύ σοβαρή κουβέντα με τον Κύριο Λιόλιο και φαινόταν πως υπάρχει ένα όραμα. Με έπεισε ουσιαστικά να φύγω από την ΑΕΚ και να πάω εκεί, ενώ είχα συμβόλαιο, γιατί κάτι καλό γινόταν και πραγματικά έτσι αποδείχθηκε και φαινόταν πόσο πίστη είχε στο πλάνο του και πόσο το ήθελε και το πίστευε και θα το κυνηγούσε και αυτό να σου πω την αλήθεια με έπεισε. Κι εγώ είχα μεγάλο κίνητρο, να τον βοηθήσω και να βοηθήσω τον Προμηθέα στην πρώτη χρονιά, να είμαι εκεί και να έχω ευθύνη. Για αυτό πήρα και αυτή την απόφαση και όντως είδαμε ότι ο Προμηθέας δεν ήταν ένα «πυροτέχνημα». Ο Προμηθέας ήταν μια από τις ομάδες που ήρθαν για να μείνουν».
Άρα δικαιώθηκε η απόφαση σου να στηρίξεις τον Προμηθέα στην πρώτη του σεζόν.
«Ήταν μια περίεργη χρονιά για εμένα, γιατί είχα ένα σοβαρό τραυματισμό που με πήγε πίσω αλλά ναι, θα πω ναι».
Παίρνω αφορμή από αυτό που είπες για τον τραυματισμό. Στην καριέρα σου είχες τρεις αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς. Πως τους διαχειρίστηκες; Πως ένας αθλητής καλείται να διαχειριστεί την απουσία του από το παρκέ που είναι ένα μέρος που του δίνει ζωή;
«Είναι δύσκολο. Και είναι δύσκολο γιατί ο αθλητής θέλει να παίζει. Ο παίκτης, το λέει και η λέξη, θέλει να παίζει. Δε θα σου πω ότι ήμουν από τους άτυχους κτλ. Σίγουρα ήμουν από τους πολύ άτυχους και από τους πιο άτυχους γενικά στο χώρο. Όμως, σε κάνει πιο δυνατό όλη αυτή η διαδικασία. Βλέπεις πράγματα διαφορετικά και σε βάζει σε μια διαδικασία αυτό το κομμάτι να σκέφτεσαι πιο έντονα την επόμενη μέρα.
Εγώ μετά το τρίτο μου χειρουργείο ήμουν 30, μια καλή ηλικία για έναν μπασκετμπολίστα, αλλά μπήκα σε μια διαδικασία να προετοιμάσω το μετά γιατί πρέπει να ξέρεις τι θα κάνεις την επόμενη μέρα. Δεν ξέρεις πόσα χρόνια μπορείς να παίξεις ακόμα μπάσκετ και σε τι επίπεδο, πόσο θα αντέχουν τα πόδια σου. Θέλει πάρα πολύ στο πνευματικό κομμάτι να μη χάσεις τη συγκέντρωση σου.
Σε αυτή τη διαδικασία μπήκα από πολύ μικρός γιατί στα 14 έκανα το πρώτο μου σοβαρό χειρουργείο και στα 22 το δεύτερο. Επομένως, ήξερα και με είχε ωριμάσει πολύ όλο αυτό. Από τα 22 με δύο χειρουργεία δούλευα πολύ επαγγελματικά. Πως να κάνω τη ρουτίνα μου, να διατηρηθώ. Σίγουρα, θα ήμουν άλλος παίκτης. Δεν το συζητάμε αυτό. Όμως, πρέπει να μη σκέφτεσαι τι θα είχε γίνει εάν δεν είχα τα χειρουργεία, που θα ήμουν κτλ. Πρέπει να το αποδέχεσαι, γιατί ευτυχώς ή δυστυχώς έτσι είναι τα πράγματα. Να είσαι εντάξει με τον εαυτό σου. Πολύ σημαντικό. Να μην έχεις απωθημένα. Να ξυπνάς, να λες: «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά, είμαι στα πόδια μου» και να είσαι εντάξει με τον εαυτό σου για αυτό. Και αυτό είναι πάρα πολύ πνευματικό κομμάτι.
Γενικότερα ένας σοβαρός τραυματισμός και ένα σοβαρό χειρουργείο τον παίκτη τον ωριμάζει. Μαθαίνει πως να γίνει περισσότερο επαγγελματίας να διαχειρίζεται το κορμί του, να προσέχει. Μπαίνει μετά στην εξίσωση η πρόληψη. Τι να κάνω ώστε να μην έχω ξανά τραυματισμούς. Πως να διαχειρίζομαι τον εαυτό μου και το σώμα μου. Από εκεί και πέρα είναι πολύ σημαντικό, και αυτό σε πνευματικό επίπεδο, το να μην έχεις απωθημένα. Δηλαδή, τι θα είχε γίνει, αν θα είχα παίξει εκεί, αν θα είχα κάνει αυτή την καριέρα. Να είσαι εντάξει, να βλέπεις τι γίνεται γύρω σου, γιατί υπάρχουν πολύ χειρότερα και να λες: είμαι τυχερός. Με αυτές τις δυσκολίες, με τα τρία αυτά σοβαρά χειρουργεία έπαιξα 14 χρόνια στο υψηλότερο επίπεδο. Είναι πολύ σημαντικό για εμένα να μην έχεις απωθημένα».
Στη συνέχεια έκανες το βήμα στο εξωτερικό και έπαιξες στη VTB League με τη φανέλα της Τσμόκι Μίνσκ; Πώς ήταν η εμπειρία στη Λευκορωσία;
«Ο λόγος που επέλεξα αυτή την ομάδα ήταν αυτή η λίγκα, η VTB League. Η VTB είναι μια από τις κορυφαίες λίγκες στην Ευρώπη. Όταν πήγα το 2018, πρέπει να ήταν η δεύτερη καλύτερη μετά την ACB. Δεν είχε ξεσπάσει ακόμα ο πόλεμος στη Ρωσία. Είχε πάρα πολλές καλές, σοβαρές και ακριβές ομάδες και ήταν τρομερός ο ανταγωνισμός και το επίπεδο. Με βοήθησε πραγματικά πολύ. Κάθε εβδομάδα έπαιζα με πολύ καλούς παίκτες και ομάδες όπως ήταν η Ούνιξ, η Λοκομοτίβ, η Τσσκα, η Ζενίτ και η Κίμκι. Έλεγα στον εαυτό μου «αυτή την εβδομάδα θα παίξω με τον τάδε ψηλό» και ήταν όλοι παίκτες επιπέδου Ευρωλίγκας. Ήταν τρομερά, πολύ ωραίο πρωτάθλημα.
Δυστυχώς, η ομάδα μου ήταν πιο περιορισμένη γιατί είναι κρατική και το budget της είναι περιορισμένο επειδή προέρχεται από το κράτος και το υπουργείο αθλητισμού. Στο Λευκορωσικό πρωτάθλημα δεν αγωνίζεται. Αγωνίζεται μόνο στα playoffs και είναι δύο επίπεδα πάνω από τους αντιπάλους της. Η VTB είναι πολύ δύσκολη λίγκα, δύσκολα παιχνίδια, πολλά ταξίδια με το αεροπλάνο γιατί έχει ομάδες από το Καζακστάν, τη Σιβηρία. Αλλά ήταν πολύ ωραία. Πραγματικά πέρασα πολύ ωραία.
Απήλαυσα το μπάσκετ, δούλεψα αναπόσπαστος. Η ομάδα ήταν πολύ σοβαρή και οργανωμένη. Είχα καλούς συμπαίκτες και μπορώ να σου πω πως ευχαριστήθηκα πολύ το μπάσκετ εκεί. Έπαιζα και πολύ, είχα καλό ρόλο και χρόνο συμμετοχής, ήταν πολύ ωραία».

Τότε ήρθε πρόταση από κάποια ευρωπαϊκή ομάδα ανώτερου επιπέδου;
«Ναι! Και το μετάνιωσα. Υπήρχε σοβαρό ενδιαφέρον από τον Ολυμπιακό και περίμενα τον Ολυμπιακό. Τελικά ο Ολυμπιακός δεν προχώρησε, γιατί ήταν η χρονιά που δεν έπαιξε Α1, έπαιζε μόνο Ευρωλίγκα και δεν χρειαζόταν Έλληνες, έμεινα ξεκρέμαστος και έχασα δύο σοβαρές προτάσεις από ομάδες του Εξωτερικού, τις οποίες μετανιώνω».
Θα ήθελες να μου αποκαλύψεις κάποια;
«Δεν χρειάζεται, δεν χρειάζεται. Ήταν πολύ καλές από σοβαρά πρωταθλήματα. Τότε τις είχα ως Plan B και περίμενα να δω τι θα γίνει με τον Ολυμπιακό που ήμασταν κοντά κτλ. Δυστυχώς έχασα αυτές τις προτάσεις, γιατί δεν με περίμεναν. Από εκεί που ουσιαστικά με τον Ολυμπιακό ήμασταν ναι, ναι, ναι, το ναι έγινε όχι σε μία ημέρα μέσα Ιουλίου και οι ομάδες αυτές είχαν κινηθεί προς άλλους παίκτες ήδη».
Άρα εκ του αποτελέσματος ήταν μια λάθος απόφαση;
«Δεν μπορείς να λειτουργείς με το αν. Συνειδητά τις είχα βάλει αυτές τις προτάσεις σαν Plan B, δεν είναι ότι κάποιος με κορόιδεψε ή οτιδήποτε . Επέλεξα και ήταν απόφαση μου να περιμένω τον Ολυμπιακό. Απλά όταν δεν τελεσφόρησε με τον Ολυμπιακό, οι προτάσεις αυτές δεν υπήρχαν. Είναι και θέμα τύχης, timing, παίζουν ρόλο πολλά».
Έτσι, η πορεία σου σε έφερε ξανά στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά για λογαριασμό του ΠΑΟΚ. Πως ήταν εκείνη η σεζόν;
«Στον ΠΑΟΚ ήταν πολύ δύσκολη η χρονιά γιατί η ομάδα δεν είχε σταθερότητα οικονομική και διοικητική, είχε αλλάξει τρεις προπονητές, είχε αποδιοργανωθεί λόγω του Basketball Champions League, όπου έκανε πολύ καλή πορεία ενώ στην Ελλάδα δεν τα πήγαινε τόσο καλά και η σεζόν διεκόπη λόγω covid. Οπότε ήταν μια περίεργη και δύσκολη χρονιά και εκεί έκανα και το τελευταίο μου χειρουργείο.
Από εκεί και πέρα, μετά το τρίτο μου χειρουργείο πήγα στον Ηρακλή, γιατί χρειαζόμουν μια ομάδα για να παίξω στο τελείωμα της επόμενης χρονιάς, γιατί το χειρουργείο που έκανα ήταν σοβαρό και με όλα τα lockdown πήγε πίσω το θέμα αποκατάστασης. Ήταν τα πάντα κλειστά. Δηλαδή, έπαιρνα εγώ τη μπάλα μου, τα παπούτσια μου, τα ρούχα μου, είχα κλειδιά από ένα γήπεδο σαράντα λεπτά έξω από τη Θεσσαλονίκη γιατί τα πάντα ήταν κλειστά και πήγαινα μόνος μου έκανε τρέξιμο, σουτ, μόνος μου. Έψαχνα λοιπόν μια ομάδα και έτσι προέκυψε ο Ηρακλής.
Το δεύτερο μου πέρασμα από τον Ηρακλή είναι εντελώς διαφορετικό από πολλές απόψεις μπασκετικά. Δεν είναι ότι εγώ είχα αποφασίσει, πηγαίνοντας πέρυσι στον Ηρακλή να κλείσω την καριέρα μου. Αυτό προέκυψε μετά και άρχισα εγώ να το σκέφτομαι μετά, γιατί ήθελα να προετοιμάσω το επόμενο μου βήμα και ήμουν σε μια ηλικία 33-34 ετών πλέον, όπου δεν ήξερα πόσα χρόνια ακόμα μπορώ να παίξω στο επίπεδο που θέλω εξαιτίας του χειρουργημένου ποδιού μου. Άρχισα τότε να το σκέφτομαι σαν πιθανότητα. Αλλά ήταν πολλά πράγματα και δεδομένα διαφορετικά τότε που αν τα σκεφτόμουν ξανά σήμερα, μπορεί να είχα διαχειριστεί διαφορετικά κάποια πράγματα και κάποιες καταστάσεις ή να είχα κάνει κάποιες άλλες επιλογές».

Ο Ηρακλής την προηγούμενη σεζόν έφτασα μια ανάσα μακριά από την άνοδο. Την έχασε από τον Πανιώνιο στα Λιόσια σε ένα παιχνίδι που είδαμε φιλάθλους και των δύο ομάδων στο γήπεδο, που δημιούργησαν μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα. Τι πιστεύεις πως πρέπει να γίνει για να μην είναι αυτό το γεγονός μια εξαίρεση στον κανόνα της απαγόρευσης των μετακινήσεων;
«Ανοίγεις μια πάρα πολύ μεγάλη κουβέντα τώρα. Καταρχάς, ήταν μια πολύ όμορφη χρονιά η περσινή που μας άφησε βέβαια μια πικρία στο τέλος. Κάναμε μια πολύ καλή πορεία, που μόνο εμείς την πιστεύαμε. Δεν μας πίστευε κανείς. Εγώ έζησα κάποια πράγματα πιο έντονα και προσπάθησα να φέρω την ομάδα πιο κοντά, να μυήσω κάποια παιδιά, όντας αρχηγός και από τους πιο μεγάλους. Ήταν πολύ έντονη χρονιά η περσινή.
Ήταν τρομερή η ατμόσφαιρα στα Λιόσια, ήταν πάρα πολύ ωραίο το να παίζεις και να έχεις τόσο κόσμο και από τις δυο πλευρές. Έχω παίξει σε πολλές ομάδες με κόσμο και ιστορία, σε όλες βασικά, και έχω παίξει σε πολλά γήπεδα ομάδων που υπήρχε μερίδα φιλάθλων της φιλοξενούμενης ομάδας να είναι εκεί και να υποστηρίζουν αλλά όχι σε τέτοια νούμερα και από τις δύο ομάδες. Πόσο μάλλον για τον Ηρακλή που οι οπαδοί του κατέβηκαν την Παρασκευή, επέστρεψαν οι περισσότεροι και ξανακατέβηκαν την Κυριακή είναι κάτι τρομερό πραγματικά. Δείχνει πόσο υποστηρίζουν την ομάδα αυτή, πόσο την αγαπάνε και ότι είναι δίπλα. Ήταν πάρα πολύ ωραίο συναίσθημα να παίζεις σε τέτοια ατμόσφαιρα.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να παρθούν πάρα πολλά μέτρα για να μπορεί να γίνει αυτό. Οι ομάδες μπορούν να το κάνουν αν θέλουν, το τονίζω το αν θέλουν, γιατί μπορούν να διαχειριστούν κάποια πράγματα, πως να προληφθούν τα επεισόδια, πως να προστατεύσουν τις ομάδες τους και πως να μην υπάρχουν περιέργες ιστορίες ή επεισόδια. Αλλά απέχουμε νομίζω ακόμα από αυτό. Να μπορεί να γίνει συχνά. Δεν ξέρω αν έχουμε την κουλτούρα και την υποδομή να γίνει αυτό συστηματικά».
Πώς ήταν η γρήγορη μετάβαση από παίκτης σε General Manager της ομάδας του Ηρακλή. Ήταν εύκολο να «σκοτώσεις» τον παίκτη μέσα σου τόσο πρόωρα;
«Τον παίκτη μέσα σου δεν τον «σκοτώνεις» ποτέ. Και εγώ σε αυτό το πόστο πάντα θα είμαι με τον παίχτη. Πάντα θα υποστηρίζω τον παίκτη γιατί έτσι αισθάνομαι κι εγώ. Τα καθήκοντα σίγουρα αλλάζουν. Είναι πολύ δύσκολο γιατί έχεις να διαχειριστείς πάρα πολλά καινούργια και διαφορετικά πράγματα. Πρέπει να ασχοληθείς, πρέπει να είσαι εκεί, πρέπει να τρέχεις. Με είχε χάσει το σπίτι μου, δεν σου κρύβω γιατί η ομάδα αυτή έπρεπε να οργανωθεί και να κάνει κάποια πράγματα για να μπορέσει να στηθούν οι βάσεις και οι υποδομές, ώστε στο μέλλον να κάνει κάτι.
Για να μπορει αυτή η ομάδα να είναι βιώσιμη, γιατί είναι ΚΑΕ, παρόλο που παίζει στην Α2, και να μπορεί να ανέβει πρέπει να βάλεις κάποια θεμέλια. Πρέπει να κάνεις δουλειά επαγγελματική. Αυτό είναι το δύσκολο γιατί βουτάς κατευθείαν στα βαθιά. Από εκεί και πέρα, ήταν μια εμπειρία που με βοήθησε, μου έμαθε πολλά πράγματα.
Απλά τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά που λέγαμε πως θα είναι το καλοκαίρι, που είχαμε συμφωνήσει και για αυτό και εγώ πήρα την απόφαση να μη συνεχίσω. Ως άνθρωπος θες να κάνεις πράγματα και ως διευθυντής να διευθύνεις. Όταν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ή όταν υπάρχουν άλλα πράγματα που μεσολαβούν, διαφορετικές απόψεις ή οτιδήποτε, εγώ έκρινα ότι είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ να το υποστηρίξω. Εγώ θέλω να κάνω συγκεκριμένα πράγματα, θέλω να λέω Α και να γίνεται Α και επειδή σέβομαι τον εαυτό μου, την ομάδα και την ιστορία αυτής της ομάδας, γιατί έχω πάρει πολλή αγάπη από αυτή την ομάδα, να συνεχίσω να τη στηρίζω και να την υποστηρίζω αλλά από δίπλα».
Άρα δεν υπήρχε ταύτιση όσων σου είχε υποσχεθεί η διοίκηση του Bob Mansfield το καλοκαίρι με όσα έγιναν μες στη χρονιά.
«Ναι άλλα πράγματα είχαν συζητηθεί το καλοκαίρι για το πως μπορεί να είναι και ήταν διαφορετικά όμως δε θέλω να στέκομαι σε αυτό. Πολλά πράγματα από αυτά που ήταν να γίνουν δεν γίνανε, πολλά πράγματα ήταν διαφορετικά, πολλά πράγματα αν τα γνώριζα νωρίτερα θα ήμουν διαφορετικός ή θα είχα χειριστεί κάποιες καταστάσεις διαφορετικά ή στο κάτω κάτω να μην είχα αναλάβει για να είμαι ειλικρινής. Ήταν μια εμπειρία. Όσο ζεις μαθαίνεις, όσο μεγαλώνεις μαθαίνεις και το πιο σημαντικό είναι να είσαι καλά με τον εαυτό σου.
Για μένα το πιο σημαντικό είναι ότι ως παίκτης από όπου κι αν έχω περάσει έχω κάνει φιλίες και έχω μείνει με ανθρώπους κοντά που μπορεί να έχω να τους δω 5-10 χρόνια αλλά έχω την άνεση να σηκώσω το τηλέφωνο τώρα και να τους πάρω για το οτιδήποτε. Γιατί αυτό μένει από το μπάσκετ όταν σταματήσεις να αθλείσαι.
Όταν κάνεις μια δουλειά τέτοια όπως ήμουν στον Ηρακλή ως Gm σε αυτό το πόστο να ξέρεις ότι έχεις προσφέρει, να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου γιατί τα έχεις δώσει όλα τα έχεις κάνει όλα με γνώμονα το καλό της ομάδας και πως μπορεί η ομάδα να επωφεληθεί σιγά σιγά.
Αυτό είναι το σημαντικό, να έχεις το μυαλό σου και τη συνείδηση σου καθαρή γιατί όταν δουλεύεις σε ένα τέτοιο πόστο στην Ελλάδα το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα πάρεις ή δε θα ακούσεις ευχαριστώ. Αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει να το ξέρεις από πριν. Αυτό που κάνεις το κάνεις για να κάνεις έργο όχι για να ακούσεις ευχαριστώ. Όταν πήρα την απόφαση να φύγω, ήξερα πως έκανα όσα ήθελα και έπρεπε να κάνω. Δεν με εκφράζει πλέον, ευχαριστώ πολύ. Όσο προσφέρεις και είσαι εκεί να κάνεις τη δουλειά που πρέπει να γίνει.
Οι ομάδες για εμένα για να «τρέξουν» σωστά και στα πρότυπα τα ευρωπαϊκά θέλουν πολλή δουλειά και λίγες είναι οι ομάδες στην Ελλάδα που λειτουργούν έτσι».
Στο μέλλον επιθυμείς να εργάζεσαι στο ίδιο πόστο ως General Manager σε κάποια ομάδα;
«Δεν το ξέρω καθόλου! Αυτή τη στιγμή με νοιάζει αυτό που έχω ξεκινήσει εγώ με την εταιρία μου. Δεν με απασχολεί τίποτα άλλο. Δεν αποκλείω τίποτα. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο και δεν σκέφτομαι κάτι τέτοιο».
Και τώρα που ολοκληρώσαμε το κεφάλαιο Ηρακλής θα ήθελα να σε ρωτήσω για την εμπειρία σου στο Κατάρ και την Αλ Σαντ.
«Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία. Επέλεξα να παίξω σε αυτό το πρωτάθλημα, γιατί είχα ανάγκη μετά το χειρουργείο μου να παίξω και εκεί ο προπονητής και η ομάδα μου, μού εγγυήθηκαν πως θα παίξω 40 λεπτά εκτός αν βγω με 5 φάουλ και ήταν αυτό τότε που εγώ είχα ανάγκη. Κανείς δεν περίμενε να έχουμε αυτή την πορεία. Η ομάδα αυτή είχε πάρα πολλά χρόνια να πάρει οποιονδήποτε τίτλο και ομάδες με μεγαλύτερο μπάτζετ και πιο ακριβούς παίκτες από εμάς τις κερδίσαμε, πήραμε το double.
Ήταν πολύ ωραία και παραγωγική χρονιά για εμένα, ευχαριστήθηκα πραγματικά, ένιωσα ξανά παίκτης γιατί είχα να παίξω 1.5 χρόνο και συνεργάστηκα πολύ ωραία με τον Coach τον Μπρατσιάκο. Ήταν τα πράγματα όπως ακριβώς μου τα είχε πει και ήταν πολύ σημαντικό αυτό για εμένα. Μπόρεσα να βοηθήσω την ομάδα και να πετύχουμε τους στόχους μας. Πετύχαμε τα πάντα, ήταν τρομερά!»
Η ζωή στο Κατάρ πως ήταν; Υπάρχει μπασκετικό κοινό; Είχαν κόσμο τα γήπεδα;
«Δεν υπάρχει τόσο μπασκετική κουλτούρα ή μπασκετικό κοινό. Πάνε να υποστηρίξουν μόνο σε μεγάλα παιχνίδια, ημιτελικούς, τελικούς κτλ. Δεν έχουν την αθλητική κουλτούρα μέσα τους. Η Ντόχα είναι μια από τις πιο ασφαλείς πόλεις στον κόσμο, ήρεμη ζωή, όμορφη πόλη. Είναι χτισμένη βέβαια πάνω στην Έρημο, έχει κάνει τρομερά βήματα ανάπτυξης και συνεχίζει και έχει τρομερή ανοικοδόμηση και ανάπτυξη. Εκεί πέρασα 7 μήνες. Η ζωή ήταν εύκολη, έχει πολλούς Ευρωπαίους, το κλίμα είναι πολύ ωραίο. Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Και επειδή ξέρεις, έχω μάθει να ζω μόνος μου από μικρός μπορώ να προσαρμοστώ νομίζω οπουδήποτε».
