Skip to content Skip to footer
ΛΙΟΝΕΛ ΜΕΣΙ - ΝΤΙΕΓΚΟ ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ

Μαραντόνα: Έως και 12 χρόνια φυλάκισης ζητά η εισαγγελία για την ιατρική ομάδα

Βαριές ποινές για τους επαγγελματίες υγείας που φρόντιζαν τον «Ντιεγκίτο» τις τελευταίες ημέρες της ζωής του – «Ένας προαναγγελθείς θάνατος», το χαρακτηριστικό σχόλιο του εισαγγελέα.

Η εισαγγελία ζητά πολυετείς ποινές φυλάκισης για μέλη της ιατρικής ομάδας που είχε αναλάβει τη φροντίδα του Ντιέγκο Μαραντόνα, αποδίδοντάς τους σοβαρές ευθύνες για τις συνθήκες που επικράτησαν κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του.

Στη δίκη που διερευνά τον θάνατο του θρύλου του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, οι εισαγγελικές αρχές περιέγραψαν ένα περιβάλλον αποδιοργάνωσης και παραμέλησης, υποστηρίζοντας ότι κρίσιμα προειδοποιητικά σημάδια δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως.

Μαραντόνα

Έπειτα από έξι μήνες ακροαματικής διαδικασίας, ο εισαγγελέας Πατρίσιο Φεράρι ζήτησε ποινές από τέσσερα έως δώδεκα χρόνια φυλάκισης για έξι επαγγελματίες υγείας.

Οι τελικές αγορεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν για περίπου δύο εβδομάδες, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου θα ανακοινωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο.

Οι ποινές που ζητά η εισαγγελία

Η αυστηρότερη ποινή, δώδεκα χρόνια φυλάκισης και δεκαετής απαγόρευση άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, ζητήθηκε για τον νευροχειρουργό Λεοπόλντο Λούκε, ο οποίος θεωρούνταν ο προσωπικός γιατρός του Μαραντόνα και ένας από τους βασικούς υπευθύνους για τις αποφάσεις σχετικά με την υγεία του.

Για την ιατρική συντονίστρια Νάνσι Φορλίνι η εισαγγελία πρότεινε δέκα χρόνια φυλάκισης και ισόχρονη απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος, ενώ για την ψυχίατρο Αγκουστίνα Κοσάτσοφ ζήτησε οκτώ χρόνια.

Οι τρεις αντιμετωπίζουν την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας με ενδεχόμενο δόλο, καθώς, σύμφωνα με την εισαγγελική θέση, γνώριζαν τους κινδύνους που αντιμετώπιζε ο Μαραντόνα, χωρίς να προχωρήσουν στις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες.

Για τον ψυχολόγο Κάρλος Ντίαζ ζητήθηκαν πέντε χρόνια φυλάκισης, ενώ για τον συντονιστή νοσηλευτικής Μαριάνο Περόνι και τον νοσηλευτή Ρικάρντο Αλμιρόν προτάθηκαν ποινές τεσσάρων ετών. Οι τρεις κατηγορούνται για το ελαφρύτερο αδίκημα της ακούσιας ανθρωποκτονίας.

Αντίθετα, ο εισαγγελέας δεν ζήτησε την καταδίκη του έβδομου κατηγορουμένου, του γιατρού Πέδρο ντι Σπάνια, ο οποίος είχε εξετάσει τον Μαραντόνα μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του. Όπως υποστήριξε ο Φεράρι, ο συγκεκριμένος γιατρός δεν είχε την αρμοδιότητα ή την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την υγεία του ασθενούς.

«Ένας προαναγγελθείς θάνατος»

Στο επίκεντρο της αγόρευσης βρέθηκαν οι συνθήκες της κατ’ οίκον ανάρρωσης του Μαραντόνα, μετά τη νευροχειρουργική επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί. Η εισαγγελία έκανε λόγο για ανεπαρκή οργάνωση της φροντίδας του, επισημαίνοντας ότι στον χώρο δεν υπήρχαν βασικός νοσοκομειακός εξοπλισμός, απινιδωτής, άμεσα διαθέσιμος ορός και ασθενοφόρο.

Παράλληλα, σύμφωνα με όσα εξετάστηκαν στη δίκη, συμπτώματα όπως το οίδημα, οι αναπνευστικές δυσκολίες και η ταχυκαρδία είχαν εμφανιστεί πριν από τον θάνατό του, χωρίς να υπάρξει, κατά την κατηγορία, η απαιτούμενη ανταπόκριση.

«Η στάση του Λούκε ήταν πάντα να μην κάνει τίποτε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Φεράρι, αναφερόμενος στα προειδοποιητικά σημάδια που παρουσίαζε ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής. Ο εισαγγελέας περιέγραψε την ιατρική ομάδα ως μια «ομάδα ερασιτεχνών», υποστηρίζοντας ότι τα μέλη της αντιμετώπισαν με αδιαφορία τους κινδύνους που συνόδευαν τη φροντίδα ενός ιδιαίτερα ευάλωτου ασθενούς.

Στην τελική του τοποθέτηση, ο Φεράρι επέμεινε ότι τα βασικά στοιχεία της εισαγγελικής υπόθεσης παρέμειναν αμετάβλητα κατά τη διάρκεια της εξάμηνης δίκης, κάνοντας λόγο για «πλήρη αποδιοργάνωση» και μια «σχεδόν αναρχική δομή» στη φροντίδα του διασημότερου ασθενούς στον κόσμο.

Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η στιγμή κατά την οποία παρουσιάστηκε ξανά στο δικαστήριο φωτογραφία του Μαραντόνα στο νεκροκρέβατό του. Οι κόρες του, που βρίσκονταν στην αίθουσα, έκρυψαν τα πρόσωπά τους με τα χέρια τους, αδυνατώντας να αντικρίσουν την εικόνα.

«Έχουμε μπροστά μας τη χρονολογία ενός προαναγγελθέντος θανάτου», δήλωσε ο εισαγγελέας, συνδέοντας την τραγική κατάληξη με τις πράξεις αλλά και τις παραλείψεις όσων είχαν αναλάβει την υγεία του.

Ο θάνατος που συγκλόνισε το ποδόσφαιρο

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, από καρδιοαναπνευστική κρίση σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα. Είχε βρεθεί νεκρός στο κρεβάτι του, στην κατοικία που είχε νοικιαστεί για τη μετεγχειρητική ανάρρωσή του.

Η δίκη περιλάμβανε 45 ακροάσεις, με τους δικαστές να εξετάζουν την επιλογή της νοσηλείας στο σπίτι, την ποιότητα της ιατρικής παρακολούθησης και τα σημάδια επιδείνωσης της κατάστασής του. Ο Μαραντόνα, ο οποίος οδήγησε την Αργεντινή στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986, έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μια τεράστια ποδοσφαιρική κληρονομιά και μια υπόθεση που εξακολουθεί να αναζητά απαντήσεις.

Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ότι φέρουν ευθύνη για τον θάνατό του, υποστηρίζοντας ότι τα αίτια της κατάληξης δεν συνδέονταν με τις ειδικότητές τους και ότι ο ρόλος τους στην περίθαλψή του ήταν περιορισμένος. Την τελική κρίση για τις ευθύνες τους θα έχει το δικαστήριο.