Skip to content Skip to footer
Κάρλες Πουγιόλ

Κάρλες Πουγιόλ: Ο τελευταίος των μεγάλων αρχηγών

Ήταν 13 Απριλίου του 1978 στην Pobla de Segur, ένα μικρό χωριό της Λιέιδα της Καταλονίας, θα γεννηθεί ένας από τους μεγαλύτερους και πιο εβληματικούς αρχηγούς στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Αυτή είναι η ιστορία του Κάρλες Πουγιόλ.

Σε ένα μικρό χωριό στην Καταλονία, εκεί που οι περισσότεροι γίνονται αγρότες, γεννιέται ένα παιδί που έμελλε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους αρχηγούς της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Ισπανίας.

Ο Κάρλες Πουγιόλ στις 13 Απριλίου του 1978 ξεκίνησε ένα ταξίδι που ήταν γραφτό για εκείνον να διαβεί. Ξεκίνησε αργά τα βήματα του στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου, με μοναδικό του στόχο να αγωνιστεί για την ομάδα της καρδιάς του, τη Μπαρτσελόνα, παρά τις δύο αρχικές απορρίψεις στο πρόσωπο του.

Ο Πουγιόλ διέφερε από τους περισσότερους ποδοσφαιριστές της γενιάς του, τόσο για το πως φερόταν εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, όσο και για το ταλέντο του, που αντικειμενικά δεν ξεχείλιζε. Σκληρός, οριακά ανέκφραστος σε κάποιες περιπτώσεις, έδινε την εντύπωση πως δεν μπορείς να του πας και πολύ… κόντρα.

Αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες, αφού πρόκειται για έναν σκληροτράχηλο στόπερ, που δεν… μάσαγε να παίξει σκληρά. Κεντρικός αμυντικός παλαιάς κοπής, με αίσθημα αυτοθυσίας, καθόλου εγωπαθής, με τεράστια άγνοια κινδύνου, κάτι που μπορούν εύκολα να μαρτυρήσουν τα 37 (!) συνολικά κατάγματα στην τεράστια καριέρα του.

Ωστόσο, υπήρξε υπηρέτης του fair play, ενός ευ αγωνίζεσθαι που σπανίως συναντά κανείς στις μέρες μας που το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε μία τεράστια βιομηχανία.

Δεν προσποιήθηκε ποτέ το ατόφιο ταλέντο, δεν υπήρξε ποτέ μπαλαδόρος, δεν υποδύθηκε κάποιον φαντεζί παίκτη που θα ήθελε να δει οποιοσδήποτε. Δεν ήθελε πολλά πολλά, ούτε να βρίσκεται στις ταμπέλες που βρίσκονται έξω από το γήπεδο.

Ο Κάρλες Πουγιόλ με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα σε νεαρή ηλικία

Το μεγάλο «μπαμ» και η καθιέρωση του θρύλου του

Σε ένα αθλητικό ένθετο των «Times» δημοσιεύθηκε μια λίστα με τους καλύτερους ανά δεκαετίες. Στη δεκαετία του 2000, πλάι στα ονόματα των Καφού, Μαλντίνι και Καναβάρο, βρισκόταν το δικό του όνομα. Μπορεί να ήταν ο λιγότερο ταλαντούχος από όλους, μέχρι και ο λιγότερο προβεβλημένος, όμως αποδείχθηκε πως έγινε ο πιο πετυχημένος από όλους.

Ανήκε στην ομάδα της Μπαρτσελόνα που κατέκτησε τα πάντα και αποτέλεσε αρχηγός ενός συνόλου το οποίο είχε μεταξύ άλλων, τους Τσάβι, Ινιέστα, μέχρι και τον Μέσι. Ήταν ο αφανής ήρωας, ο ηγέτης των Καταλανών, που ήξερα ότι όταν γίνει ένα λάθος στη μεσαία γραμμή, ο Capitán θα είναι εκεί για να σταματήσει τη μπάλα.

Πουγιόλ, Μέσι, Ινιέστα

Όταν κλήθηκε να μιλήσει για την αγάπη του για τη Μπαρτσελόνα, αλλά και το γεγονός πως αγωνίστηκε τελικά σε εκείνη, παρά τις δύο σκληρές απορρίψεις που δέχθηκε, σε νεαρή ηλικία, ο Πουγιόλ είπε χαρακτηριστικά: «Την πρώτη φορά που προσπάθησα να πάω στη “Μπάρσα”, ήμουν 12 και δοκιμάστηκα ως τερματοφύλακας. Κόπηκα. Τη δεύτερη, μετά από έναν επίπονο τραυματισμό στον ώμο, με έβαλαν στο κέντρο. Ξανακόπηκα. Την τρίτη φορά είχα φτάσει 16 χρόνων, μέσα μου καταλάβαινα ότι ήταν η τελευταία μου ευκαιρία. Με έβαλαν να παίξω αμυντικό χαφ και ήταν σαν να ταίριαξα αμέσως. Δεν έχω ξανανιώσει την ευτυχία που ένιωσα, την ημέρα που τηλεφώνησαν στο σπίτι και είπαν ότι με πήρανε. Για μας, η “Μπάρσα” είναι θρησκεία, ήταν σαν να με κάλεσε ο Θεός».

Ντεμπουτάρισε στα 17, στην τρίτη ομάδα, έπαιξε ακριβώς στη θέση που τον δοκίμασαν, ως αμυντικός χαφ. Δεν είχε ταλέντο, αλλά είχε πείσμα, θέληση να γίνει καλύτερος και να μάθει πως λειτουργεί το club. Αγαπούσε την ιδέα της Μπαρτσελόνα, δεν ήθελε απλώς να παίξει ποδόσφαιρο. Κάθε φορά που αγωνιζόταν με τα χρώματα της ένιωθε δέος και γι’ αυτό δεν έφυγε ποτέ από εκείνη, παρά τις δελεαστικές προτάσεις που είχε ανά τα χρόνια.

Ο Πουγιόλ σηκώνει το τρόπαιο του Champions League το 2009 με τη Μπαρτσελόνα

«Διψούσα και διψάω πάντοτε για νίκες, μην παρεξηγούμαι. Αλλά ζωή μού έδινε ο ίδιος ο αγώνας, ο ανταγωνισμός, όχι απαραίτητα η νίκη. Το thrill και η συγκίνηση, το συναίσθημα της διαρκούς μάχης. Το σημαντικό είναι να είσαι εκεί και να παλέψεις, να μην πέσεις αμαχητί. Κι αν έρθει και το τρόπαιο, καλώς να έρθει. Αλλά σημασία έχει το όνειρο και η διαδρομή να το φτάσεις, όχι ο τελικός απολογισμός στα κύπελλα. Αν θέλει η ζωή, θα φέρει και τρόπαια», έλεγε το 2005, εννιά χρόνια πριν ολοκληρώσει την εντυπωσιακή καριέρα του, εκφράζοντας ένα από τα παράπονα του, αφού δεν είχε καταφέρει να κατακτήσει τίποτα.

Η ζωή όμως ξέρει καλύτερα και αυτό ίσχυε και στη δίκη του περίπτωση. Το 2014 που έκλεισε την καριέρα του, η προσωπική του κληρονομία μέτρησε τρία Champions League, έξι Πρωταθλήματα κι άλλα τόσα Κύπελλα, ένα Euro και το πραγματικό κερασάκι στην τούρτα, το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Νότια Αφρική το 2010.

Ο Πουγιόλ με το πολυπόθητο τρόπαιο του Μουντιάλ

Η επιτομή της λέξης πρότυπο

Ποτέ κανείς δεν μπορούσε να του προσάψει τίποτα. Από τον καιρό που έπαιζε, δεν τον είχαν δει ποτέ σε κάποιο από τα μοδάτα κλαμπ της Βαρκελώνης με ένα ποτό στο χέρι, κανείς δεν τον έχει δει να κάνει ακρότητες τα καλοκαίρια στην Ίμπιζα ή κάποιο άλλο νησί, δεν ενεπλάκη ποτέ σε ροζ σκάνδαλα.

Όσο σκληρός και εξωστρεφής κι αν ήταν στους αγωνιστικούς χώρους, έξω απ’ αυτούς παρέμενε ταπεινός και ανθρώπινος.

Κάρλες Πουγιόλ
Ο Κάρλες Πουγιόλ αγκαλιά με το πρωτάθλημα της La Liga

Από την στιγμή που αποσύρθηκε μεγαλώνει την κόρη του, που απέκτησε με τη Μαλένα Κόστα. Είναι μεγάλος φαν και διαβάζει μανιωδώς νουβέλες νουάρ  ενώ από το 2009, που έφυγε από τη ζωή ο πατέρας του, φροντίζει το αγρόκτημά του στο χωριό.

Ο Κάρλες Πουγιόλ ανήκει σε μια διαφορετική εποχή, που πλέον απέχει αρκετά από το σήμερα και την κατάσταση που επικρατεί το ποδόσφαιρο, όπου τα social media και τα χρήματα υπερτερούν της ανθρώπινης φύσης και της ουσίας. Το κενό του είναι μεγάλο, τόσο από τη Μπαρτσελόνα, που έχει χρόνια να δει μια εμβληματική μορφή να φοράει το περιβραχιόνιο, όσο και από το ποδόσφαιρο γενικότερα.

Ο Πουγιόλ έμαθε σε όλους πως το ταλέντο δεν είναι το παν, για να πετύχουμε τον στόχο μας. Αρκεί να μείνουμε προσηλωμένοι σε αυτόν, να αντέξουμε στα χτυπήματα και στο τέλος να βγουμε νικητές, εντός και εκτός γηπέδου.