Υπάρχουν προπονητές που κερδίζουν τίτλους. Υπάρχουν και εκείνοι που κερδίζουν κάτι βαθύτερο: τη δικαίωση ύστερα από χρόνια αμφισβήτησης, πίεσης και προσωπικής φθοράς. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Μετά από πέντε συνεχόμενα Final Four, πέντε διαδρομές γεμάτες προσδοκίες, πίκρες, χαμένες λεπτομέρειες και σκληρή κριτική, ο προπονητής του Ολυμπιακός οδήγησε τους Πειραιώτες στην κορυφή της EuroLeague μέσα στο T-Center Athens, απέναντι σε μια σπουδαία και αξιομάχη Ρεάλ Μαδρίτης που πάλεψε μέχρι την τελευταία κατοχή. Και ίσως γι’ αυτό η κατάκτηση έμοιαζε τόσο ανθρώπινη. Τόσο λυτρωτική.
Ο εμμονικός που άλλαξε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον
Για χρόνια, ο Μπαρτζώκας κουβαλούσε πάνω του τα ίδια στερεότυπα.
Ότι «κοουτσάρει με το ρολόι». Ότι λειτουργεί σχεδόν δογματικά. Ότι η εμμονή του με τη motion επίθεση «ευνουχίζει» τις προσωπικότητες των παικτών του στα κρίσιμα σημεία. Ότι το σύστημά του είναι σημαντικότερο από το καλό της ομάδας.
Κι όμως, αυτή η EuroLeague κατακτήθηκε ακριβώς επειδή ο ίδιος εξελίχθηκε όσο κανείς άλλος.
Ο Ολυμπιακός έπαιξε περισσότερο on-ball παιχνίδι. Άφησε χώρο στην ατομική δημιουργία. Έδωσε την μπάλα και τις αποφάσεις στον Εβάν Φουρνιέ όταν η μπάλα «ζύγιζε» περισσότερο από ποτέ — και ο Γάλλος τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Στα μεγάλα σουτ, στις προσωπικές φάσεις, στις κατοχές που απαιτούσαν καθαρό ταλέντο αντί για απόλυτη πειθαρχία, ο Μπαρτζώκας δεν φοβήθηκε να παραδώσει τον έλεγχο στους παίκτες του.
Ακόμη πιο σημαντικό: δεν εγκλωβίστηκε στην ιεραρχία. Πήγε με τη ροή του αγώνα. Εμπιστεύτηκε τον Άλεκ Πίτερς, ο οποίος πραγματοποίησε ένα σχεδόν εξωπραγματικό Final Four: 16.5 πόντους μέσο όρο, +30 στο plus/minus και μόλις ένα χαμένο σουτ σε ολόκληρο το τουρνουά. Ήταν η απόδειξη ότι ο προπονητής που κατηγορούνταν για ακαμψία είχε πλέον μετατραπεί σε έναν κόουτς που διάβαζε το παιχνίδι με γενναιότητα και όχι με εγωισμό. Ταυτόχρονα έδωσε χώρο στον Κόρι Τζόσεφ, ο οποίος παρά τα λάθη του έπαιξε εξαιρετική άμυνα σταματώντας τον μαγικό Λάιλς που με συνεχόμενα Pick n Pop σκόραρε κατα ριπάς στο πρώτο ημίχρονο με 21 πόντους (26 συνολικά) ενώ πέτυχε και ένα τεράστιο τρίποντο. Ένα δείγμα πως το βάθος του ρόστερ έδωσε σε μεγάλο βαθμό τον θρίαμβο.

Και χρειάστηκε να το κάνει απέναντι σε έναν τεράστιο αντίπαλο πάγκου. Ο Σέρτζιο Σκαριόλο για τρία δεκάλεπτα είχε επικρατήσει στην προπονητική σκακιέρα. Η Ρεάλ έπαιζε αλλαγές σε όλα τα σκριν με τρομερή physicality, όχι με τη ζώνη που πολλοί περίμεναν. Η άμυνα ζώνης εμφανιζόταν κυρίως όταν η μπάλα πήγαινε στο low post, ενώ ακόμη και η σπάνια επιλογή box-and-one μετά από timeout τιμωρήθηκε άμεσα από το μεγάλο τρίποντο του Σάσα Βεζένκοφ από τις 45 μοίρες.
Στην επίθεση, η Ρεάλ άπλωσε το γήπεδο με five-out καταστάσεις και συνεχή απειλή πίσω από τα 6.75, δίνοντας χώρους στους κοντούς της να χτυπήσουν στο ένας εναντίον ενός. Για μεγάλο διάστημα, έμοιαζε να έχει βρει όλες τις απαντήσεις.
Τότε όμως ήρθε η κίνηση που άλλαξε τον τελικό.
Ο Μπαρτζώκας κατέβασε σχήμα με τον Πίτερς στο «3», τον Βεζένκοφ στο «4» και τον Ταϊρίκ Τζόουνς στο «5». Ο Ολυμπιακός άρχισε να αλλάζει παντού στα σκριν, να κόβει τους διαδρόμους, να βγάζει ενέργεια και να μετατρέπει το παιχνίδι από μάχη τακτικής σε μάχη αντοχής και ψυχής. Εκεί άλλαξε η ροή. Εκεί γύρισε το βράδυ.
Ο άνθρωπος που νίκησε πρώτα το άγχος του
Η δεύτερη ταμπέλα που ακολουθούσε τον Μπαρτζώκα ήταν ίσως πιο βαριά από κάθε τακτική κριτική.
Ότι στα κρίσιμα αγχώνεται υπερβολικά. Ότι μεταφέρει την πίεση στους παίκτες του. Ότι όταν το παιχνίδι φτάνει στο όριο, η ένταση τον καταβάλλει.
Σε αυτό το Final Four συνέβη το ακριβώς αντίθετο.
Ο προπονητής του Ολυμπιακού ήταν πιο ήρεμος από ποτέ. Δεν πανικοβλήθηκε όταν η Ρεάλ έβρισκε απαντήσεις. Δεν έχασε την καθαρότητα των αποφάσεών του όταν οι Μαδριλένοι έμεναν ζωντανοί μέχρι τέλους. Διαχειρίστηκε κάθε πρόβλημα σαν άνθρωπος που είχε περάσει ήδη μέσα από όλες τις πιθανές αποτυχίες και είχε μάθει να επιβιώνει.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη διαφορά.
Ο Ολυμπιακός δεν έπαιξε σαν ομάδα που φοβόταν να χάσει άλλο ένα Final Four. Έπαιξε σαν ομάδα που είχε συμφιλιωθεί με την πίεση. Που άντεχε να μείνει μέσα στη φωτιά χωρίς να λυγίσει. Και όταν έφτασαν οι τελευταίες κατοχές, εκεί όπου τα χέρια βαραίνουν και το μυαλό θολώνει, οι Πειραιώτες είχαν καθαρό μυαλό και ψυχραιμία. Είχαν πλέον την αυτοπεποίθηση μιας ομάδας που πίστευε πραγματικά ότι αυτή τη φορά η ιστορία θα γραφόταν διαφορετικά.
Και γράφτηκε.
Η λύτρωση έρχεται πάντα πιο γλυκιά όταν έχεις υποφέρει
Στον αθλητισμό — όπως και στη ζωή — οι πιο δυνατές στιγμές δεν γεννιούνται από την εύκολη επιτυχία. Γεννιούνται μέσα από τις συνεχόμενες αποτυχίες, την αμφισβήτηση, την άδικη κριτική, τις νύχτες που όλοι σε θεωρούν «λίγο» για το μεγάλο βήμα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Olympiacos B.C. (@olympiacosbc)
Ο Μπαρτζώκας έζησε όλα αυτά. Απάρνηθηκε μια έτοιμη καριέρα και ξεκίνησε να προπονεί, οδήγησε τους «ερυθρόλευκους» στην κορυφή το 2013, αμφισβητήθηκε, όπως είχε πει ο ίδιος έγινε η αλλαγή που χρειαζόταν η ομάδα. Τελικά γύρισε το 2020 παρ΄ότι δεν ήταν η καλύτερη επαγγελματική απόφαση για τον ίδιο.
Άκουσε ότι δεν μπορεί. Ότι το μπάσκετ του δεν φτάνει μέχρι το τέλος. Ότι οι ιδέες του είναι υπερβολικά αυστηρές. Ότι οι ομάδες του λυγίζουν. Κι όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ ούτε τη δουλειά του ούτε τον τρόπο που πίστευε το παιχνίδι. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν φοβήθηκε να αναγνωρίσει τα λάθη του και να προσαρμοστεί.
Και τελικά εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της διαδρομής του.
Η επιμονή δεν σημαίνει ακαμψία. Η πίστη στις ιδέες σου δεν σημαίνει άρνηση της εξέλιξης. Ο Μπαρτζώκας κράτησε τον πυρήνα της φιλοσοφίας του, αλλά άνοιξε χώρο για το ένστικτο, για το ταλέντο, για το απρόβλεπτο. Και όταν ήρθε η λύτρωση, ήρθε πιο γλυκιά από ποτέ.
Ίσως γιατί για εκείνον αυτό δεν ήταν απλώς ένας τίτλος. Ήταν κάτι βαθύτερο. Οδήγησε την ομάδα που αγαπά από παιδί στη «γη της επαγγελίας». Και όσο κι αν κάποιος μπορεί να διαφωνεί μαζί του, να μην συμπαθεί το στιλ ή την έντασή του, δύσκολα δεν θα συγκινηθεί βλέποντας έναν άνθρωπο να δικαιώνεται με αυτόν τον τρόπο.
Με αυτοκριτική. Με επιμονή. Με προσαρμογή.
Και πάνω απ’ όλα, με τον δικό του τρόπο.
Σχεδόν σαν την τελευταία νότα στο My Way του σπουδαίου Φρανκ Σινάτρα.


