Skip to content Skip to footer

Άρσεναλ: Από τους Invincibles του Βενγκέρ, στη σταθερότητα του Αρτέτα και στο βάθος το πρωτάθλημα

Η Άρσεναλ συνεχίζει τη σταθερή της πορεία τη φετινή σεζόν, έχοντας έναν και μόνο στόχο. Να πανηγυρίσει το Πρωτάθλημα, κάτι που έχει να γίνει από την τρομερή ομάδα των «Invincibles» του Αρσέν Βενγκέρ το 2004.

Η Άρσεναλ μπήκε στο 2026 όπως ακριβώς τελείωσε το 2025, με σταθερά καλές εμφανίσεις, δείχνοντας ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για μια καλή περίοδο φόρμας. Η ομάδα του Μικέλ Αρτέτα στα δύο πρώτα παιχνίδια της νέας χρονιάς νίκησε αρχικά 3-2 εκτός έδρας την Μπόρνμουθ και στη συνέχεια αναδείχθηκε ισόπαλη με τη Λίβερπουλ στο Έμιρεϊτς (0-0).

Οι «κανονιέρηδες» απέναντι στους περσινούς Πρωταθλητές Αγγλίας, δεν εντυπωσίασαν με την απόδοσή τους, παίζοντας περισσότερο συντηρητικά, την ώρα που η Λίβερπουλ αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα με πολλές απουσίες παικτών της. Ακόμα και έτσι όμως, οι Λονδρέζοι έχουν χτίσει νοοτροπία και έχουν μάθει να παίρνουν βαθμούς και σε βραδιές που η απόδοση της ομάδας δεν είναι η ιδανική. Αυτές είναι οι ομάδες που στο τέλος κατακτούν τίτλους. ‘Οχι εκείνες που κερδίζουν πάντα παίζοντας καλά, αλλά εκείνες που δεν χάνουν όταν δεν παίζουν καλά.

Η Άρσεναλ είναι η πιο σταθερή ομάδα στη φετινή Premier League, έχοντας τη 2η καλύτερη επίθεση με 40 γκολ (1.90 ανά αγώνα) πίσω από τη Μάντσεστερ Σίτι των 45, αλλά και την καλύτερη άμυνα, έχοντας δεχθεί μόλις 14 τέρματα σε 21 αγωνιστικές (0.67 ανά αγώνα). Επιπλέον είναι αήττητη στην έδρα της (9-2-0) και έχει ηττηθεί μόλις 2 φορές εκτός έδρας (6-2-2).

Οι Λονδρέζοι έχουν ένα πλήρες ρόστερ με βάθος σε κάθε θέση, παίζουν ένα ορθολογικό ποδόσφαιρο, δημιουργώντας υπεραριθμίες στην επίθεση και εκμεταλλεύοντας στο έπακρο τις στατικές φάσεις. Ο Μικέλ Αρτέτα ξέρει να παίρνει το 100% από τους παίκτες του, έχοντας βρει φέτος πολλούς πρωταγωνιστές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η Άρσεναλ έχει στο Πρωτάθλημα 13 διαφορετικούς σκόρερς, οι περισσότεροι εκ των οποίων δημιουργούν για τους συμπαίκτες τους με την ίδια ευκολία: Τροσάρ (5 γκολ και 4 ασίστ), Γκιόκερες (5 γκολ), Σάκα (4 γκολ και 3 ασίστ), Έζε (4 γκολ και 2 ασίστ), Ράις (4 γκολ και 3 ασίστ), Μερίνο (3 γκολ και 3 ασίστ), Θουμπιμέντι (3 γκολ και 1 ασίστ), Γκάμπριελ (3 γκολ και 2 ασίστ), Τίμπερ (2 γκολ και 3 ασίστ), Καλαφιόρι (1 γκολ και 2 ασίστ), Όντεγκααρντ (1 γκολ και 3 ασίστ), Μαρτινέλι (1 γκολ) και Γκαμπριέλ Ζεσούς (1 γκολ).

Οι Λονδρέζοι έτσι βρίσκονται μόνοι 1οι με 49 βαθμούς και στο +6 από Μάντσεστερ Σίτι και Άστον Βίλα, έχοντας εκμεταλλευτεί τα στραβοπατήματα των υπολοίπων διεκδικητών του τίτλου. Πιο συγκεκριμένα η Μάντσεστερ Σίτι μετράει σε 21 ματς 4 ήττες απέναντι σε Τότεναμ (0-2), Μπράιτον (2-1), Άστον Βίλα (1-0) και Νιούκαστλ (1-0), ενώ παράλληλα έχει 3 σερί ισοπαλίες με Σάντερλαντ (0-0), Τσέλσι (0-0) και Μπράιτον (1-1).

Από την άλλη η Λίβερπουλ δεν θυμίζει σε τίποτα την περσινή πρωταθλήτρια μετρώντας ήδη 6 ήττες με Κρίσταλ Πάλας (2-1), Τσέλσι (2-1), Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (1-2), Μπρέντφορντ (3-2), Μάντσεστερ Σίτι (3-0) και Νότιγχαμ Φόρεστ (0-3), ενώ παράλληλα έχει και εκείνη 3 σερί ισοπαλίες με Λιντς(0-0), Φούλαμ (1-1) και το 0-0 με την Άρσεναλ. Ως επακόλουθο η ομάδα του Άρνε Σλοτ βρίσκεται 4η στη βαθμολογία στους 35 βαθμούς και στο -14 από τους «κανονιέρηδες».

Όλα αυτά κάνουν τους φίλους της Άρσεναλ να ονειρεύονται. Όχι απλώς έναν τίτλο, αλλά κάτι μεγαλύτερο. Κάτι ιστορικό. Γιατί κάθε φορά που οι «κανονιέρηδες» δείχνουν ανθεκτικοί, κυνικοί και αποτελεσματικοί, η μνήμη επιστρέφει αναπόφευκτα στη σεζόν 2003–04.

Στην ομάδα του Αρσέν Βενγκέρ που δεν κατέκτησε απλώς το πρωτάθλημα, αλλά το έκανε χωρίς ούτε μία ήττα. Στους περίφημους «Invincibles», το τελευταίο, μέχρι σήμερα, πρωτάθλημα της Άρσεναλ, που δεν ήταν απλώς τίτλος, αλλά σημείο αναφοράς στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.

Το αγγλικό ποδόσφαιρο πριν τους Invincibles

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Premier League βρισκόταν σε φάση μετάβασης. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον κυριαρχούσε σχεδόν ανεμπόδιστα, έχοντας δημιουργήσει μια αυτοκρατορία βασισμένη στη νοοτροπία νικητή και στην εμπειρία. Παράλληλα, η Τσέλσι ετοιμαζόταν να αλλάξει τα δεδομένα, με την είσοδο του Ρόμαν Αμπράμοβιτς να προμηνύει μια νέα εποχή οικονομικής υπεροχής.

Η Άρσεναλ βρισκόταν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, είχε ήδη κατακτήσει τίτλους με τον Αρσέν Βενγκέρ και έπαιζε το πιο ελκυστικό ποδόσφαιρο στην Αγγλία. Από την άλλη, δεν μπορούσε –και δεν ήθελε– να ακολουθήσει την οικονομική κούρσα που άρχιζε να διαμορφώνεται. Η κατασκευή του νέου γηπέδου, του Emirates, περιόριζε τα διαθέσιμα κεφάλαια και ανάγκαζε τον σύλλογο να λειτουργεί με σύνεση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Άρσεναλ δεν παρουσιαζόταν ως το απόλυτο φαβορί. Ήταν μια ομάδα με ποιότητα, αλλά όχι με το βάθος και την οικονομική δύναμη των αντιπάλων της. Και ακριβώς γι’ αυτό, ό,τι ακολούθησε απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ιστορική αξία.

Ο Βενγκέρ κόντρα στο σύστημα

Ο Αρσέν Βενγκέρ δεν επιδίωξε να απαντήσει στις εξελίξεις με πανικό. Αντί να προχωρήσει σε μαζικές μεταγραφές, επέλεξε τη συνέχεια. Πίστεψε στον κορμό της ομάδας του και επένδυσε στη χημεία που είχε χτιστεί τα προηγούμενα χρόνια. Το καλοκαίρι του 2003, οι μεταγραφικές του κινήσεις ήταν περιορισμένες και στοχευμένες.

Η απόκτηση του Γενς Λέμαν για τη θέση του τερματοφύλακα έδωσε σταθερότητα στην άμυνα, ενώ οι νεαροί Γκαέλ Κλισί και Φιλίπ Σεντερός προστέθηκαν ως επενδύσεις για το μέλλον. Τον Ιανουάριο, ήρθε και ο Χοσέ Αντόνιο Ρέγιες, προσθέτοντας ταχύτητα και φρεσκάδα στην επίθεση. Τίποτα το εντυπωσιακό στα χαρτιά, αλλά όλα απολύτως λειτουργικά.

Ο Βενγκέρ είχε διαφορετική φιλοσοφία από τους ανταγωνιστές του. Δεν ήθελε απλώς να κερδίζει, αλλά να δημιουργεί μια ομάδα που κατανοούσε το παιχνίδι. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σύνολο που δεν εξαρτιόταν από μία μεταγραφή ή από μια συγκυρία, αλλά από μια ξεκάθαρη ποδοσφαιρική ταυτότητα.

Ένας για όλους και όλοι για έναν

Οι Invincibles δεν ήταν απλώς μια ομάδα με μεγάλες μονάδες. Ήταν ένα σύνολο όπου κάθε γραμμή λειτουργούσε συμπληρωματικά. Στην άμυνα, οι Κόουλ, Καμπέλ, Τουρέ και Λόρεν συνδύαζαν δύναμη, ταχύτητα και πειθαρχία. Δεν ήταν η πιο θεαματική άμυνα της εποχής, αλλά ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική.

Στη μεσαία γραμμή, η παρουσία του Πατρίκ Βιεϊρά καθόριζε τα πάντα. Ήταν ο απόλυτος ηγέτης, ο παίκτης που έδινε τον τόνο τόσο αγωνιστικά όσο και πνευματικά. Δίπλα του, ο Ζιλμπέρτο Σίλβα πρόσφερε ισορροπία, ενώ οι Πιρές και Λιούνγκμπεργκ έδιναν κίνηση, ποιότητα και γκολ από τα άκρα.

Μπροστά, ο Τιερί Ανρί και ο Ντένις Μπέργκαμπ αποτέλεσαν ένα από τα πιο εμβληματικά επιθετικά δίδυμα στην ιστορία της Premier League. Ο Ανρί με την εκρηκτικότητα και την εκτελεστική του δεινότητα, ο Μπέργκαμπ με τη σκέψη και την τεχνική. Μαζί, προσωποποίησαν το ποδόσφαιρο του Βενγκέρ.

Η τακτική των Invincibles

Τυπικά, η Άρσεναλ παρατασσόταν σε 4-4-2. Στην πράξη, όμως, το σύστημα ήταν πολύ πιο ευέλικτο. Με την μπάλα στα πόδια, ο Μπέργκαμπ κινούνταν πιο πίσω, δημιουργώντας ένα 4-4-1-1, που επέτρεπε μεγαλύτερη κυκλοφορία και καλύτερη σύνδεση των γραμμών.

Η ομάδα βασιζόταν στην ταχύτητα της μετάβασης και στη σωστή χρήση των πλευρών. Η αριστερή πλευρά, με Κόουλ και Πιρές, αποτελούσε βασικό άξονα ανάπτυξης, αναγκάζοντας τις αντίπαλες άμυνες να συγκεντρώνονται εκεί. Αυτό άνοιγε χώρους στη δεξιά πλευρά, όπου ο Λόρεν και ο Λιούνγκμπεργκ εκμεταλλεύονταν τις ανισορροπίες.

Παράλληλα, οι Invincibles ήταν εξαιρετικοί στο transition. Δεν χρειάζονταν πολλές ευκαιρίες για να σκοράρουν και συχνά “χτυπούσαν” στον αιφνιδιασμό. Δεν ήταν ομάδα κατοχής με τη σύγχρονη έννοια, αλλά ομάδα απόλυτης αποτελεσματικότητας.

Ο Ανρί και ο μύθος

Το αήττητο πρωτάθλημα δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον Τιερί Ανρί. Με 30 γκολ στην Premier League και 39 συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις, ο Γάλλος ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Περισσότερο από τα νούμερα, όμως, ήταν η αίσθηση ότι μπορούσε να αλλάξει ένα παιχνίδι μόνος του.

Ο Ανρί δεν ήταν απλώς σκόρερ. Δημιουργούσε, πίεζε, άνοιγε χώρους και λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς για όλη την ομάδα. Οι αντίπαλες άμυνες προσαρμόζονταν πάνω του, συχνά εις βάρος της συνολικής τους ισορροπίας.

Εκείνη τη σεζόν, ο Ανρί έφτασε όσο ποτέ άλλοτε κοντά στην κορυφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Η δεύτερη θέση στη Χρυσή Μπάλα ίσως να μην αντικατοπτρίζει πλήρως την επιρροή του, αλλά η κληρονομιά του είναι αδιαμφισβήτητη.

Το αήττητο και η πίεση

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των Invincibles δεν ήταν οι νίκες, αλλά η ικανότητα να μην χάνουν. Οι 12 ισοπαλίες αποδείχθηκαν εξίσου σημαντικές με τις 26 νίκες, καθώς κράτησαν ζωντανό το αήττητο σε κρίσιμες στιγμές.

Καθώς η σεζόν προχωρούσε, η πίεση μεγάλωνε. Κάθε παιχνίδι αντιμετωπιζόταν σαν τελικός και κάθε αντίπαλος ήθελε να είναι εκείνος που θα «σπάσει» το σερί. Παρ’ όλα αυτά, η Άρσεναλ διατήρησε ψυχραιμία και πνευματική αντοχή.

Χαρακτηριστικό είναι ότι σε κανένα παιχνίδι της δεν βρέθηκε πίσω στο σκορ στα τελευταία 20 λεπτά. Αυτό δείχνει όχι μόνο αγωνιστική ποιότητα, αλλά και απόλυτο έλεγχο των καταστάσεων.

Γιατί δεν σάρωσαν τα πάντα

Παρά το αήττητο πρωτάθλημα, η Άρσεναλ δεν κατέκτησε όλα τα τρόπαια. Στα κύπελλα και στο Champions League, η πορεία της σταμάτησε νωρίτερα από όσο θα περίμενε κανείς. Αυτό έδειξε ότι ακόμη και μια ιστορική ομάδα έχει όρια.

Η έλλειψη βάθους στο ρόστερ και η καταπόνηση των βασικών παικτών έπαιξαν ρόλο. Ο Βενγκέρ επέλεξε να δώσει προτεραιότητα στο πρωτάθλημα και αυτό τελικά δικαιώθηκε, αλλά άφησε και μια αίσθηση ανεκπλήρωτου.

Ωστόσο, ίσως αυτή ακριβώς η ατέλεια να κάνει τους Invincibles ακόμη πιο ανθρώπινους και πιο εμβληματικούς.

Το τέλος του αήττητου και η κληρονομιά

Το αήττητο σερί έφτασε τα 49 παιχνίδια πριν σταματήσει στο Όλντ Τράφορντ την επόμενη σεζόν. Το τέλος δεν ήρθε ήσυχα, αλλά μέσα σε ένταση και αμφισβήτηση. Ήταν, όμως, αναπόφευκτο. Κανένα σερί δεν κρατά για πάντα.

Αυτό που έμεινε ήταν η κληρονομιά. Οι Invincibles έγιναν σημείο αναφοράς, όχι μόνο για την Άρσεναλ, αλλά για ολόκληρη την Premier League. Μια ομάδα που απέδειξε ότι μπορείς να γράψεις ιστορία χωρίς να είσαι ο πιο πλούσιος.

Και σήμερα, κάθε φορά που η Άρσεναλ δείχνει σταθερότητα και ωριμότητα, η σύγκριση επιστρέφει. Όχι γιατί είναι εύκολη, αλλά γιατί το 2004 παραμένει το απόλυτο μέτρο σύγκρισης.

Από τους Invincibles στον Αρτέτα

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά το αήττητο πρωτάθλημα του 2004, η Άρσεναλ βρίσκεται ξανά σε μια περίοδο όπου η σύγκριση μοιάζει αναπόφευκτη. Όχι γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται αυτούσια, αλλά γιατί κάποια χαρακτηριστικά επιστρέφουν. Η σημερινή ομάδα του Μικέλ Αρτέτα, όπως και εκείνη του Αρσέν Βενγκέρ, δεν βασίζεται στη λάμψη ενός και μόνο αστέρα, αλλά στη συνοχή, στη δομή και στη συλλογική ευθύνη.

Οι διαφορές, ωστόσο, είναι εξίσου σημαντικές με τις ομοιότητες. Οι Invincibles ήταν προϊόν χρόνου, υπομονής και μιας φιλοσοφίας που είχε ριζώσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Η ομάδα του Αρτέτα είναι δημιούργημα της σύγχρονης Premier League: πιο τακτικά πειθαρχημένη, πιο απαιτητική σωματικά και περισσότερο προσαρμοσμένη στο παιχνίδι των λεπτομερειών. Αν ο Βενγκέρ απελευθέρωνε το ποδόσφαιρο, ο Αρτέτα το ελέγχει.

Κοινός παρονομαστής, όμως, είναι η νοοτροπία. Και οι δύο ομάδες έμαθαν να μη χάνουν πριν μάθουν να κερδίζουν. Έμαθαν να αντέχουν την πίεση, να διαχειρίζονται τις κακές βραδιές και να παίρνουν αποτελέσματα χωρίς να εντυπωσιάζουν. Αυτή ακριβώς η πνευματική ωριμότητα είναι που κάνει τη σημερινή Άρσεναλ να θυμίζει, έστω και από μακριά, εκείνη του 2004.

Το αν η ομάδα του Αρτέτα μπορεί να φτάσει ως το τέλος του δρόμου και να κατακτήσει ξανά το Πρωτάθλημα είναι ένα ερώτημα που μόνο ο χρόνος μπορεί να απαντήσει. Το βέβαιο είναι ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η αισιοδοξία δεν μοιάζει άτοπη. Και μόνο αυτό αρκεί για να δείξει πόσο δρόμο έχει διανύσει η Άρσεναλ από το παρελθόν της, προσπαθώντας να σταθεί ξανά αντάξια της ιστορίας της.